Η εξαγγελία του πρωθυπουργού από το βήμα της ΔΕΘ για τη χορήγηση επιδόματος 500 ευρώ συνιστά παραδοχή ότι οι μισθοί στο Δημόσιο είναι μισθοί φτωχοποίησης και απαξίωσης, σημειώνει η ΑΔΕΔΥ σχολιάζοντας τα όσα υποσχέθηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση των δημοσίων υπαλλήλων υπογραμμίζει πως έπειτα από χρόνια καθηλωμένων μισθών, την κατάργηση του 13ου και του 14ου μισθού, τις τεράστιες απώλειες που έχουν υποστεί τα εισοδήματα και ενώ η ακρίβεια εξανεμίζει καθημερινά την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, «η προεκλογική εξαγγελία του πρωθυπουργού για τη χορήγηση επιδόματος Χριστουγέννων ύψους 500 ευρώ μεικτά στους εργαζομένους στο Δημόσιο (με πρώτη καταβολή μάλιστα τον Δεκέμβριο του 2027) αποτελεί μια εξαγγελία χωρίς ουσιαστικό αποτύπωμα για τους τους εργαζομένους και δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού, ούτε αντισταθμίζει τις απώλειες που έχουν υποστεί οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο».
Η ΑΔΕΔΥ προσθέτει πως είναι πρόκληση να ζητείται από τους δημοσίους υπαλλήλους να περιμένουν μέχρι τον Δεκέμβριο του 2027 για μια περιορισμένη οικονομική ενίσχυση, όταν σήμερα αντιμετωπίζουν το αυξημένο κόστος της στέγασης, της ενέργειας, των τροφίμων και συνολικά της καθημερινής τους ζωής.
Την ίδια στιγμή, ο Λογιστικός Σύλλογος Αθηνών εστιάζει στη νέα μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και την αύξηση του κατώτατου μισθού, αναφέροντας ότι η μείωση κατά 0,5 μονάδα των ασφαλιστικών εισφορών του εργαζομένου αυξάνει το καθαρό εισόδημά του, αλλά δεν μειώνει το αντίστοιχο εργοδοτικό κόστος μισθοδοσίας.
«Με βάση τα κυβερνητικά στοιχεία, από το 2027 η εργοδοτική εισφορά παραμένει στο 21,79%, ενώ η εισφορά του εργαζομένου μειώνεται στο 12,87%. Συνεπώς, η συγκεκριμένη παρέμβαση δεν αποτελεί μείωση του μη μισθολογικού κόστους για τον εργοδότη» σημειώνει. Επιπλέον, η αύξηση του μισθού χρειάζεται ως προϋπόθεση τη δυνατότητα της επιχείρησης να τον πληρώσει, προσθέτει ο Λογιστικός Σύλλογος Αθηνών, σημειώνοντας ότι η Πολιτεία οφείλει να αντιμετωπίσει το ζήτημα της αύξησης ως ενιαία αλυσίδα με το κόστος λειτουργίας, την παραγωγικότητα, τις τιμές, την ανταγωνιστικότητα και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.
