Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης, που σήμανε το τέλος του διπολισμού και του Ψυχρού Πολέμου, ακολούθησε μια περίοδος παγκόσμιας μονοκρατορίας των ΗΠΑ. Από τις αρχές του 21ου αιώνα η Ομοσπονδία της Ρωσίας άρχισε να ανακτά σε έναν βαθμό τη χαμένη της δύναμη, ενώ το ίδιο διάστημα άρχισε να κάνει την εμφάνισή της στο παγκόσμιο σύστημα ως μεγάλη δύναμη η Κίνα. Οι δύο αυτές δυνάμεις, αδυνατώντας να ανταγωνιστούν τις ΗΠΑ, έβαλαν ως στόχο τον μετασχηματισμό του παγκόσμιου συστήματος από μονοπολικό σε πολυπολικό.
Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και η συστράτευση της Δύσης με το Κίεβο έφεραν, εξ ανάγκης, πιο κοντά τη Μόσχα με το Πεκίνο, ενώ επιταχύνθηκαν οι διαδικασίες για τη μετάβαση σε έναν πολυπολικό κόσμο. Σε οργανωτικό επίπεδο, με πρωταγωνιστές την Κίνα και τη Ρωσία, δύο είναι οι οργανισμοί που λειτουργούν ως φορείς αμφισβήτησης της αμερικανικής μονοκρατορίας και μετάβασης σε έναν πολυπολικό κόσμο.
Ο ένας είναι ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σανγκάης (SCO), ο οποίος, με τα δέκα κράτη-μέλη του (Ρωσία, Κίνα, Ινδία, Ιράν, Πακιστάν, Λευκορωσία, Καζακστάν, Κιργιστάν, Τατζικιστάν, Ουζμπεκιστάν), επιδιώκει τον γεωπολιτικό έλεγχο της Ευρασίας, και ο άλλος είναι οι BRICS, ένας διεθνής πολιτικός οργανισμός των κορυφαίων αναδυόμενων αγορών, που κι αυτός αποτελείται από δέκα χώρες (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική, Αίγυπτο, Αιθιοπία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Ιράν και Σαουδική Αραβία), που έχει ως στόχο την απεξάρτηση από το δολάριο, που αποτελεί βασικό «εργαλείο» άσκησης γεωπολιτικής επιρροής των ΗΠΑ.
Ενώ Μόσχα και Πεκίνο προσπαθούν να κινητοποιήσουν τον «παγκόσμιο Νότο» για να πετύχουν τα γεωπολιτικά τους σχέδια, η άνοδος στην εξουσία του Ντόναλντ Τραμπ για δεύτερη φορά οδήγησε στην υιοθέτηση της νέας Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας (National Security Strategy) των ΗΠΑ, που παρουσιάστηκε τον Δεκέμβριο του 2025 και εγκαταλείπει το παραδοσιακό δόγμα της παγκόσμιας ηγεμονίας υπέρ μιας ρεαλιστικής ισορροπίας δυνάμεων.
Στη συνέχεια, τις αρχές του 2026 (24/1/2026), δημοσιοποιήθηκε η νέα αμυντική στρατηγική των ΗΠΑ, με βάση την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν βασικός σύμμαχος του ΝΑΤΟ και εταίρος της Ευρώπης, δίνοντας όμως προτεραιότητα στην ασφάλεια της χώρας και την αποτροπή της Κίνας.
Απειλές
Μια σημαντική αλλαγή στη νέα αμυντική στρατηγική των ΗΠΑ είναι η σχετική αποστασιοποίηση της Ουάσινγκτον από την Ευρώπη και από άλλες περιοχές του πλανήτη, όπου καλούνται οι σύμμαχοι να αναλάβουν ηγετικό ρόλο έναντι απειλών που είναι λιγότερο σοβαρές για τις ΗΠΑ και περισσότερο σοβαρές για τους συμμάχους, με κρίσιμη αλλά πιο περιορισμένη υποστήριξη από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μια σημαντική παράμετρος της νέας στρατηγικής των ΗΠΑ είναι το γεγονός ότι η Ουάσινγκτον αφήνει το βάρος της άσκησης γεωπολιτικής επιρροής σε συμμάχους περιφερειακές δυνάμεις ή σε συσπειρώσεις συμμάχων χωρών σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, κρατώντας για τον εαυτό της την εποπτεία.
Ενα τέτοιο παράδειγμα είναι η Τουρκία, η οποία λειτουργεί ως βάση των ΗΠΑ για τη στήριξη των πολιτικών της στον Εύξεινο Πόντο, στον Καύκασο (Αρμενία – Αζερμπαϊτζάν – Κασπία), στο Ιράκ, στη Συρία, στον Λίβανο ακόμα και το Ιράν. Επίσης, η δημιουργία της αμυντικής συμμαχίας Σ. Αραβίας – Πακιστάν – Τουρκίας, με την υπογραφή της Συμφωνίας της Μέκκας, εναρμονίζεται με τη νέα στρατηγική των ΗΠΑ και δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, σε ανάρτηση στην πλατφόρμα Truth Social έγραψε:
«Είμαι ιδιαίτερα ευχαριστημένος που η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν υπέγραψαν πρόσφατα τη Συμφωνία Κοινής Αμυνας της Μέκκας». Χαρακτηρίζοντας τη συμφωνία ως «μεγάλο, θαρραλέο και σημαντικό πρώτο βήμα», ο Τραμπ συμπλήρωσε: «Αυτό δείχνει πως η Μέση Ανατολή συσπειρώνεται και πως οι χώρες μπορούν επιτέλους να υπερασπίζονται τον εαυτό τους με πιο ουσιαστικό τρόπο». Με βάση τα παραπάνω, συνάγεται το συμπέρασμα ότι με το νέο δόγμα οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν έναν περιφερειακό-συντονιστικό ρόλο στην Τουρκία, γεγονός που επαληθεύεται από τα καθήκοντα του Αμερικανού πρέσβη στην Αγκυρα Τομ Μπάρακ, ο οποίος χρίστηκε και ειδικός απεσταλμένος του προέδρου Τραμπ για το Ιράκ και τη Συρία.
Εκτός αυτού, η Τουρκία εμπλέκεται στο δόγμα των «δισεκατομμυρίων» που ακολουθεί ο Τραμπ στη χάραξη και την υλοποίηση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Η υπογραφή συμφωνιών δισεκατομμυριούχων φίλων του Τραμπ με χώρες όπως η Τουρκία, το Ιράκ και η Συρία, που αφορά δουλειές εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, αποτελεί πλέον κεντρικό παράγοντα που καθορίζει τις επιλογές της εξωτερικής πολιτικής Τραμπ.
Η Τουρκία εκπληροί και τους δύο όρους. Και χώρα-συντονιστής των περιφερειακών σχεδίων των ΗΠΑ και χώρα που υπέγραψε συμφωνίες εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων με φίλους του Τραμπ, όπως η κοινή επιχειρηματική συμφωνία (joint venture) που υπέγραψε η κρατική εταιρία πετρελαίου της Τουρκίας (TPAO) με την αμερικανική εταιρία Continental Resources, η οποία ανήκει στον δισεκατομμυριούχο Χάρολντ Χαμ, στενό φίλο και σημαντικό υποστηρικτή του Ντόναλντ Τραμπ, για την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων του Ντιγιαρμπακίρ και της ανατολικής Θράκης.
Η Ελλάδα πρέπει να δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στο θέμα, γιατί ούτε περιφερειακό ρόλο μάς έχει αναγνωρίσει η Ουάσινγκτον ούτε προσωπικοί φίλοι και υποστηρικτές του Τραμπ έχουν υπογράψει στη χώρα μας συμφωνίες μισού τρισεκατομμυρίου δολαρίων.


