Bρισκόμαστε είκοσι περίπου ημέρες πριν από την Απελευθέρωση και ένα αεροπλάνο προσγειώνεται σε πρόχειρο ορεινό αεροδρόμιο κοντά στην Μονή Κλειστών.
- Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
Σ’ αυτό επιβαίνουν ο Θεμιστοκλής Τσάτσος, ο Παυσανίας Κατσώτας και ο Γιάννης Ζεύγος. Δύο ριψοκίνδυνοι άνθρωποι είχαν αναλάβει αφενός να προετοιμάσουν τον ερχομό τους, αφετέρου να φροντίσουν για την ασφαλή διαμονή τους στην Αθήνα, κυριολεκτικά κάτω από την «μύτη» των Γερμανών. Ήταν ο αστυνομικός διευθυντής Άγγελος Έβερτ και ο αντιστράτηγος Παναγιώτης Σπηλιωτόπουλος. Ο τελευταίος είχε σταλεί από την εξόριστη ελληνική Κυβέρνηση, με εντολή που συνυπέγραψαν οι Σαράφης και Ζέρβας, ως στρατιωτικός διοικητής Αττικής. Ταυτοχρόνως έπρεπε να γίνουν τα πρώτα βήματα για την δημιουργία μηχανισμού διακυβερνήσεως της χώρας.
Κρίσιμη σύσκεψη
Έτσι άρχιζε η προετοιμασία για την Απελευθέρωση. Τους τρεις απεσταλμένους της Κυβερνήσεως παρέλαβε από την Μονή Κλειστών ο Άγγελος Έβερτ. Όπως αφηγείται ο ίδιος και επιβεβαιώνουν όλες οι πηγές, τον Γ. Ζεύγο παρέλαβαν οι σύντροφοί του, ενώ τους Θεμ. Τσάτσο και Παυσ. Κατσώτα τους φιλοξένησε στο σπίτι του. Εκεί τους επεσκέφθη και ο Φ. Μανουηλίδης, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε ονομασθεί υπουργός Εσωτερικών και αποτελούσε το τρίτο μέλος του κυβερνητικού κλιμακίου στην Αθήνα. Το τριμελές κλιμάκιο είχε σαφείς οδηγίες. Ο Γεώργιος Παπανδρέου είχε μετακινηθεί από την Αίγυπτο στην Καζέρτα της Ιταλίας, συνοδευόμενος από τον Παυσ. Κατσώτα που είχε αναλάβει καθήκον τα στρατιωτικού συμβούλου της Κυβερνήσεώς του. Ακολούθησε συνάντηση του Γ. Παπανδρέου με τον Άγγλο στρατηγό Ουίλσον, αρχηγό των βρεταννικών δυνάμεων.
«Σύμφωνο Καζέρτας»
Σε εκείνη την σύσκεψη ελήφθησαν δύο κρίσιμες αποφάσεις, όπως απεδείχθη από τα αποτελέσματά τους. Τα τμήματα του ΕΔΕΣ θα παρέμεναν στην Ήπειρο και θα διατηρούσαν τον έλεγχό της. Τα τμήματα του ΕΛΑΣ θα παρέμεναν στην υπόλοιπη Ελλάδα, διατηρώντας εκεί τον έλεγχο. Αλλά, πάντα υπό τον έλεγχο της Κυβερνήσεως, θα δημιουργούνταν δύο στρατιωτικές διοικήσεις, στην περιοχή των οποίων δεν θα επιτρεπόταν η είσοδος σε ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ. Μία διοίκησις στην Αθήνα με στρατιωτικό διοικητή τον Π. Σπηλιωτόπουλο και μία στην Θεσσαλονίκη με διοικητή τον Π. Κατσώτα.
Εκεί υπεγράφη από τους στρατάρχη Ουίλσον, υπουργό Μακ Μίλλαν, Γ. Παπανδρέου, Στέφανο Σαράφη και Ναπολέοντα Ζέρβα το «Σύμφωνο της Καζέρτας». Το πρώτο άρθρο όριζε ότι όλες οι ανταρτικές ομάδες τίθενται υπό τις διαταγές της Ελληνικής Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος. Το δεύτερο άρθρο ανέφερε πως η ελληνική Κυβέρνηση έθετε τις δυνάμεις αυτές υπό τις διαταγές του στρατηγού Σκόμπυ, ο οποίος από τον ανώτατο συμμαχικό αρχιστράτηγο ονομάστηκε «στρατηγός διοικών τας δυνάμεις εν Ελλάδι».
Παρασκηνιακές κινήσεις
Εντέλει όμως, λόγω της επιφυλακτικότητος των κομμουνιστών στο πρόσωπο του Γ. Παπανδρέου, προκρίθηκε να αναλάβει ο Π. Κατσώτας καθήκοντα επιτελάρχου υπό τον Σπηλιωτόπουλο. Εν πάση περιπτώσει, στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα ολίγων ημερών κυρίαρχος των εξελίξεων υπήρξε ο Άγγ. Έβερτ, για τον οποίο εγράφη ότι στην πραγματικότητα είχε σχηματίσει μια ολιγοήμερη «μεταβατική Κυβέρνηση». Στη συνέχεια και αφού άρχισε η λειτουργία της στρατιωτικής διοικήσεως, ο Άγγ. Έβερτ ανέλαβε τις απαραίτητες επαφές αφού είχε μεγαλύτερη δυνατότητα κινήσεων και βεβαίως τον μηχανισμό που χρειαζόταν.
Εν τω μεταξύ στα παρασκήνια είχαν φουντώσει οι επαφές. Όταν όσοι προανεφέρθησαν ετοίμαζαν την οργάνωση της «επόμενης ημέρας», κάποιοι άλλοι είχαν αναλάβει τις βολιδοσκοπήσεις ώστε να αποφευχθούν έκτροπα. Στο επίκεντρο, ο ακάματος Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, ο οποίος συζητούσε με τον περίφημο αρχηγό των γερμανικών δυνάμεων, στρατηγό της αεροπορίας Χέλμουντ Φέλμι. Συναντήσεις στο Ψυχικό και αλλού για να αποφευχθεί αφενός η ανατίναξη του φράγματος της λίμνης του Μαραθώνα και άλλες δολιοφθορές εκ μέρους των Γερμανών, αφετέρου μια «λογική στάση» των βρεταννικών και ελληνικών δυνάμεων απέναντι στα γερμανικά στρατεύματα.

Η υπ’ αριθμ. 1 Διαταγή
Πάντως, στις αρχές Οκτωβρίου 1944, στην Αθήνα δημιουργείται ένα ιδιόμορφο πάζλ. Εκτός από τους Γερμανούς, συνυπάρχουν ο ΕΛΑΣ και ο εφεδρικός ΕΛΑΣ, η ΕΠΟΝ, η Εθνική Αλληλεγγύη, που ελέγχουν αρκετές συνοικίες και τον Πειραιά, τα Τάγματα Ασφαλείας, η «Χ» του Γρίβα, κυρίως στο Θησείο και τις γύρω περιοχές, αλλά και πολλές ένοπλες αντιστασιακές ομάδες οχυρωμένες σε ξενοδοχεία της Πανεπιστημίου και της Σταδίου και κοντά στην Ομόνοια. Αντάρτες υπήρχαν στην Πάρνηθα και τα βόρεια προάστια, ενώ παντού υπήρχαν Εγγλέζοι πράκτορες που προετοίμαζαν την αποβίβαση των στρατευμάτων.
Στις 10 Οκτωβρίου 1944 εξεδίδετο η υπ’ αριθμ. 1 Διαταγή (Περιοχή Αθηνών – Πειραιώς) του Π. Σπηλιωτόπουλου: «Απαγορεύεται να δοθή άσυλον εις πρόσωπα που μετέσχον Κατοχικών Κυβερνήσεων και ανέλαβον αξιώματα διαρκούσης της παραμονής του εχθρού επί του πατρίου εδάφους. Οι παραβάται θα διωχθούν επί συνεργασία μετά του εχθρού». Παρά την προσπάθεια κατασυκοφάντησης που επιχειρήθηκε επειδή ο Σπηλιωτόπουλος δεν ενστερνιζόταν τις ανησυχίες και τα αιτήματα του ΕΑΜ, ο ίδιος συνεργάστηκε άψογα με τους απεσταλμένους της Κυβερνήσεως κατορθώνοντας να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την τήρηση της τάξης στην ελληνική πρωτεύουσα.
Σεβασμός και αξιοπρέπεια
Έτσι είχαν τα πράγματα όταν ξημέρωσε η 12η Οκτωβρίου 1944. Είναι γνωστές οι εικόνες της υποστολής της μιαρής σβάστικας από την Ακρόπολη και της τυπικής φαρσοκωμωδίας στον Άγνωστο Στρατιώτη, αλλά και η φρενίτιδα που επικράτησε με τους διήμερους πανηγυρισμούς στην πρωτεύουσα. Ο κόσμος έτρεχε, τραγουδούσε, χαιρόταν και αγκαλιαζόταν. Όσο και αν φαντάζει απίστευτο, ολόκληρη η οργάνωση και η κίνηση για την ομαλή Απελευθέρωση έγινε στα γραφεία της Διευθύνσεως της Αστυνομίας που στεγαζόταν στην συμβολή των οδών Σωκράτους και Βερανζέρου. Εκεί όπου αργότερα στεγάζονταν τα γραφεία της Τροχαίας. Εκεί μεταφέρθηκε από τον Έβερτ το κυβερνητικό κλιμάκιο. Για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες και σε συνεννόηση με τον ιδιοκτήτη του, ανοίχθηκε δίοδος προς το συνεχόμενο ξενοδοχείο «Πριγκηπικόν» (Βερανζέρου). Εκεί υψώθηκε η πρώτη ελληνική σημαία της απελευθερώσεως αφού, τυπικά, θεωρούνται τα πρώτα δημόσια κτήρια της Ελλάδος που απελευθερώθηκαν!
