Υπάρχει μία μικρή λέξη που επιστρέφει επίμονα στον πολιτικό λόγο. Το διαζευκτικό «ή». «Ή εμείς ή κανείς» δήλωσε ο Αλέξης Τσίπρας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, απορρίπτοντας το «Μητσοτάκης ή χάος», έθεσε το δικό του δίλημμα ως επιλογή ανάμεσα στον ίδιο και στους υπόλοιπους πολιτικούς αρχηγούς.
- Από τον Αντώνη Μάριο Παπαγιώτη*
«Αν δεν μπούμε στη Βουλή, θα φύγω από τη χώρα» είναι η φράση που συμπύκνωσε την τοποθέτηση της Μαρίας Καρυστιανού. Τρεις διατυπώσεις με διαφορετική πολιτική αφετηρία, περιεχόμενο και στόχευση. Μοιράζονται, ωστόσο, μια ενδιαφέρουσα ψυχολογική γραμματική. Το «ή», ειπωμένο ρητά ή σαφώς εννοούμενο, περιορίζει το εύρος των ενδεχομένων και προσδίδει στην απόφαση αυξημένο συναισθηματικό βάρος.
Κατά πόσο, όμως, τέτοια διλήμματα εξακολουθούν να λειτουργούν στον σημερινό ψηφοφόρο; Ο άνθρωπος δυσκολεύεται με την αβεβαιότητα. Η αμφιθυμία απαιτεί νοητική και συναισθηματική επεξεργασία, καθώς μας υποχρεώνει να διατηρούμε ενεργές περισσότερες από μία εκδοχές και να αποδεχόμαστε ότι καμία επιλογή δεν είναι απολύτως ασφαλής. Το πολιτικό «ή» περιορίζει αυτή την πολυπλοκότητα. Ο κόσμος γίνεται απλούστερος και περισσότερο διαχειρίσιμος. Η συνέχεια αντιπαρατίθεται στην αστάθεια, η αλλαγή στη διαιώνιση του υπάρχοντος, η παρουσία στο κενό, που υποτίθεται ότι θα αφήσει η απουσία.
Από ψυχαναλυτική σκοπιά, αυτή η κατασκευή παραπέμπει σε μια βασική ψυχική τάση να οργανώνουμε την πραγματικότητα σε σαφέστερες κατηγορίες, ώστε να μπορούμε να την αντέξουμε. Η ανοχή στην αμφισημία απαιτεί να συνυπάρχουμε με αντιφάσεις και αβεβαιότητες χωρίς την άμεση επίλυσή τους. Η πολιτική επικοινωνία μπορεί να απλοποιήσει αυτή την ψυχική εργασία, προσφέροντας σαφέστερα σχήματα και αυξάνοντας το συναισθηματικό τους φορτίο.
Οταν ο δημόσιος λόγος παρουσιάζει ένα πολιτικό πρόσωπο ή μια παράταξη ως τη μοναδική ασφαλή ή αποτελεσματική επιλογή, η αντιπαράθεση αποκτά ευρύτερο ψυχολογικό περιεχόμενο. Η ψήφος προσλαμβάνει χαρακτήρα υπαρξιακής τοποθέτησης. Προγράμματα, υποψήφιοι και αποτελέσματα αξιολογούνται μαζί με το ερώτημα για την εκδοχή της πραγματικότητας στην οποία επιθυμεί ο πολίτης να ανήκει.
Η πολιτική ψυχολογία έχει μελετήσει εκτενώς τη σχέση της απειλής με τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων. Το άγχος μπορεί να αυξήσει την επαγρύπνηση και την αναζήτηση νέων πληροφοριών, περιορίζοντας την εξάρτηση από παγιωμένες επιλογές. Ο θυμός μπορεί να ενισχύσει τη βεβαιότητα και την κινητοποίηση ήδη διαμορφωμένων πολιτικών ταυτοτήτων. Τα συναισθήματα, επομένως, διαφοροποιούν τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες επεξεργάζονται και ανταποκρίνονται στα πολιτικά μηνύματα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εκκλήσεις στον φόβο. Μετα-ανάλυση των Tannenbaum και συνεργατών, που δημοσιεύτηκε το 2015 στο επιστημονικό περιοδικό «Psychological Bulletin», της αμερικανικής ψυχολογικής εταιρίας, έδειξε ότι τέτοια μηνύματα μπορούν να επηρεάσουν στάσεις, προθέσεις και συμπεριφορές, με ισχυρότερη επίδραση όταν προτείνουν και έναν αποτελεσματικό τρόπο αντιμετώπισης της απειλής. Το εύρημα προέρχεται από την ευρύτερη έρευνα για τις εκκλήσεις φόβου και όχι ειδικά από την εκλογική συμπεριφορά, προσφέρει όμως έναν χρήσιμο μηχανισμό για την κατανόηση της πολιτικής επικοινωνίας.
Υπό αυτό το πρίσμα, ένα δίλημμα της μορφής «ή εμείς ή το χάος» αποκτά ψυχολογική ισχύ στον βαθμό που το «εμείς» προσλαμβάνεται ως πειστική διέξοδος. Το «ή εμείς ή κανείς» προϋποθέτει την αποδοχή της παράταξης ή του προσώπου ως αναγκαίας πολιτικής επιλογής. Αντίστοιχα, η δήλωση «αν δεν μπούμε στη Βουλή, θα φύγω από τη χώρα» μπορεί να κινητοποιήσει συναισθηματικά, εφόσον η αποχώρηση εκληφθεί ως απώλεια. Η αποτελεσματικότητα τέτοιων διατυπώσεων εξαρτάται τελικά από το νόημα που τους αποδίδει ο ψηφοφόρος.
Εδώ εμφανίζεται ένα ενδιαφέρον παράδοξο. Οσο περισσότερο ένα μήνυμα περιορίζει την αντιληπτή δυνατότητα επιλογής τόσο πιθανότερο είναι να ενεργοποιήσει την ανάγκη υπεράσπισής της. Η ψυχολογία περιγράφει αυτή τη διεργασία ως ψυχολογική αντιδραστικότητα, μια κινητοποιητική κατάσταση που αναδύεται όταν το άτομο αισθάνεται ότι περιορίζεται η ελευθερία του.
Μετα-ανάλυση των Li και Shi, δημοσιευμένη το 2026 στο «Human Communication Research», εξέτασε 33 μελέτες και έδειξε ότι η γλώσσα που απειλεί εντονότερα την αντιληπτή ελευθερία αυξάνει τον θυμό, τις αρνητικές σκέψεις και την ψυχολογική αντιδραστικότητα. Οι δύο αυτές αντιδράσεις συνδέθηκαν με χαμηλότερη αποτελεσματικότητα της πειθούς.
Aποκλιμάκωση
Η επίδραση της πολιτικής ρητορικής μπορεί να κινηθεί και προς την αποκλιμάκωση. Σε μελέτη των Pedersen, Christensen και Petersen, που δημοσιεύτηκε το 2026 στο «European Journal of Political Research», 2.000 πολίτες εκτέθηκαν σε πραγματικές δηλώσεις πολιτικών που εξέφραζαν σεβασμό ή εκτίμηση για αντιπάλους τους. Οι συμμετέχοντες εμφάνισαν λιγότερα αρνητικά συναισθήματα για τους υποστηρικτές της άλλης πλευράς και μικρότερη επιθυμία κοινωνικής απόστασης. Η επίδραση ήταν περιορισμένη, αλλά μετρήσιμη.
Εχουν, λοιπόν, ακόμη αντίκρισμα τα μεγάλα πολιτικά «ή»; Η απήχησή τους εξαρτάται από όσα προϋπάρχουν στον ψηφοφόρο. Ταυτίσεις, προσδοκίες, ανασφάλειες και απογοητεύσεις επηρεάζουν την πρόσληψη του ίδιου μηνύματος. Σημασία έχει και η αξιολόγηση εκείνου που θέτει το δίλημμα, μέσα από τη μνήμη προηγούμενων υποσχέσεων και εμπειριών. Η πειστική δύναμη του «ή» συναντά έτσι τα όριά της στην κρίση και την πολιτική αυτενέργεια του πολίτη.
Κάθε πολιτικό «ή» προτείνει δύο εκδοχές της πραγματικότητας και προσδοκά μια τοποθέτηση ανάμεσά τους. Υπάρχει, ωστόσο, και ακόμα ένα ενδεχόμενο. Ο ψηφοφόρος μπορεί να αμφισβητήσει τους ίδιους τους όρους με τους οποίους του ζητείται να αποφασίσει. Να αρνηθεί το ίδιο το δίλημμα.
Η συναισθηματική πόλωση και ο κοινωνικός αυτοματισμός
Υπάρχει και μια ευρύτερη κοινωνικοψυχολογική διάσταση. Η επαναλαμβανόμενη συγκρότηση της πολιτικής γύρω από αντιτιθέμενα στρατόπεδα μπορεί να ενισχύσει την αρνητική πολιτική ταυτότητα, καθώς η σχέση με τη δική μας ομάδα αποκτά νόημα και μέσα από την απόσταση από την άλλη πλευρά.
Η ψήφος μπορεί έτσι να κινητοποιείται και από την επιθυμία αποτροπής της επικράτησης του «άλλου». Οταν αυτός προσλαμβάνεται ως απειλή, η διαφωνία αποκτά εντονότερο συναισθηματικό περιεχόμενο και μπορεί να τροφοδοτήσει τη συναισθηματική πόλωση, δηλαδή την αυξανόμενη αντιπάθεια και κοινωνική απόσταση μεταξύ πολιτικών αντιπάλων.
Σε αυτή τη δυναμική μπορεί να συμβάλει και η ρητορική των πολιτικών, ενεργοποιώντας ή οξύνοντας υπάρχουσες κοινωνικές και ταυτοτικές διαιρέσεις. Στον δημόσιο λόγο ένα συναφές φαινόμενο περιγράφεται ως «κοινωνικός αυτοματισμός», όταν ομάδες τοποθετούνται σε ανταγωνιστική σχέση και η μία παρουσιάζεται ως απειλή για τα συμφέροντα ή την ασφάλεια της άλλης. Το «ή» αποκτά τότε ομαδική λειτουργία, οργανώνοντας την αντιπαράθεση γύρω από ένα «εμείς» και ένα «αυτοί».
*Ψυχολόγος


