Ενα πρωινό στο μετρό προς Πειραιά

Εχω κατέβει περπατώντας την Ερμού, είναι γύρω στις ένδεκα το πρωί, έχω τελειώσει κάποια ραντεβού και λέω να επιστρέψω στον Πειραιά

Περιμένω το μετρό στο Μοναστηράκι. Εχω κατέβει περπατώντας την Ερμού, είναι γύρω στις ένδεκα το πρωί, έχω τελειώσει κάποια ραντεβού και λέω να επιστρέψω στον Πειραιά. Λιακάδα (παρά τα περί του αντιθέτου που τσαμπουνούσαν πάλι οι μετεωρολόγοι), λέω να καθίσω σε μια καφετέρια στην πλατεία να πιω ένα καφεδάκι.

Κάθομαι σε ένα τραπέζι άδειο. «Αυτό είναι για τέσσερα άτομα» μου λέει η σερβιτόρας. «Ναι, αλλά είναι άδειο» της λέω και κάθομαι. «Μπορείτε να καθίσετε εκεί» μου λέει και μου δείχνει ένα άδειο τραπεζάκι, αλλά κολλημένο σε ένα άλλο, στο οποίο κάθονται δύο άνδρες και κουβεντιάζουν δυνατά σε μια γλώσσα που δεν την καταλαβαίνω.

Προφανώς, η κοπέλα με πέρασε για τουρίστα και σκέφθηκε «θα τον βάλω να καθίσει αλλού», την ώρα που τουλάχιστον πέντε τραπέζια «τεσσάρια» ήταν άδεια. Πίνω τον καφέ, κοιτάζω την πλατεία να γεμίζει από τουρίστες, ένα πολύχρωμο και πολύβουο μελίσσι, που Νοέμβριο μήνα έχει έρθει για διακοπές στην όμορφη πατρίδα μας.

Διαβάζω λίγο το βιβλίο μου (πάντα έχω μαζί μου ένα βιβλίο όταν παίρνω το μετρό) και κατεβαίνω στον υπόγειο, με κατεύθυνση «Δημοτικό Θέατρο». Κόσμος πολύς στην πλατφόρμα, συμπτωματικά η πόρτα, με τη στάση του συρμού, βρίσκεται εμπρός μου. Περιμένω να βγουν οι επιβάτες και κάνω να μπω, όταν, ξαφνικά, ένας νεαρός, ευτραφής, με ακουστικά στα αυτιά και κοιτάζοντας συνεχώς το τηλέφωνό του, με σπρώχνει με δύναμη, μπαίνει και τρέχει ναι πιάσει μια θέση. Ούτε που κατάλαβε τι έκανε, καθώς έχει τα αυτιά του καλυμμένα με ακουστικά και τα μάτια κοιτάζουν συνεχώς το κινητό του. Προφανώς παίζει κάποιο παιγνίδι.

Απομονωμένος, χωρίς καν να ακούει, για να βλέπει γύρω του δεν γίνεται λόγος. Κάθεται στη θέση, σαν να μη συμβαίνει τίποτε, και συνεχίζει να περιεργάζεται τη συσκευή στα χέρια του. Μια κοπέλα, που κάθεται απέναντί του, σηκώνεται να μου δώσει τη θέση της. Αρνούμαι, καθώς δεν έχω πρόβλημα να σταθώ όρθιος, ακουμπώντας την πλάτη στο κολονάκι που βρίσκεται πίσω μου.

Παρατηρώ τον νεαρό. Ούτε έχει πάρει χαμπάρι το ότι εισέβαλε σαν ταύρος εν υαλοπωλείω, ότι με έσπρωξε με δύναμη. Μοναδικός του στόχος να μπει και να καθίσει, για να απολαύσει το παιγνίδι στο τηλέφωνό του.

Μέχρι να κατέβει, στην Αγία Μαρίνα, δεν σήκωσε κεφάλι. Μόλις σταμάτησε ο συρμός, σηκώθηκε, ξενύχιασε τη γυναίκα που καθόταν δίπλα του, εκείνη έβγαλε μια πνιχτή κραυγή πόνου, εκείνος δεν άκουγε τίποτε, αντίθετα, χαμογελούσε. Προφανώς, κέρδιζε πόντους στο παιχνίδι που συνέχισε να παίζει βγαίνοντας. Τελείως αποκομμένος, στον κόσμο του. Τι σόι ανθρώπους φτιάχνει η νέα εποχή;

Η ΑΚΙΣ