Η βιομηχανία της φιλανθρωπίας

Η μόνη σοβαρή στάση απέναντι στην ανάγκη τού ενός είναι όσοι έχουν πλεόνασμα ισχύος να μην το προσφέρουν σε τάχα αντιπροσώπους τους

Μαζική παραγωγή εντυπώσεων. Με αυτό ασχολείται η βιομηχανία της φιλανθρωπίας. Δημιουργεί αδιάκοπα προσεκτικά στοχευμένες, συγκινητικές εντυπώσεις και κερδοσκοπεί πάνω στον ανθρώπινο πόνο. Το έμφυτο στους ανθρώπους αίσθημα της αλληλεγγύης, η συμπόνια, η ενόρμηση για παροχή βοηθείας νοθεύονται και χειραγωγούνται. Αντί να γεφυρώνουν το πρόσωπο που έχει την ανάγκη με τον αρωγό, ενώνουν τον αρωγό με τον εκπρόσωπο του χειμαζομένου από τη μοίρα. 

Η αγάπη και ο ανθρωπισμός σταδιακά αποπροσωποποιούνται, η ανθρώπινη σχέση ρηγματώνεται, καταργείται. Το ενδιαφέρον αποσύρεται από τον δυσπραγούντα και συγκεντρώνεται, αφενός, στον εκπρόσωπό του και, αφετέρου, στον «ανθρωπιστή». Ο «καλός πλούσιος» προσφέρει χρήματα στον πρόεδρο της ΜΚΟ. Εκεί συγκεντρώνονται τα φώτα της ανούσιας επικαιρότητας. Δυο «αλτρουιστές» που λύνουν το πρόβλημα κάποιου ατυχούς. Πολλές θετικά φορτισμένες λέξεις (καλός, αλτρουιστής) πρέπει να μπαίνουν σε εισαγωγικά όταν γίνεται μνεία σε περιπτώσεις της βιομηχανίας της φιλανθρωπίας, επειδή αρκετές φορές τα κίνητρα των εμπλεκόμενων μερών αποδεικνύονται νοσηρά.

Η γνήσια πρόθεση που βασιλεύει στις συνειδήσεις πολλών μετεχόντων σε τούτο το επικοινωνιακό, πολιτικό και οικονομικό παίγνιο είναι το προσωπικό κέρδος. Μερίδα των εκπροσώπων των χρηζόντων βοηθείας χρησιμοποιεί τις φιλανθρωπικές οργανώσεις για εισοδηματικούς λόγους. Βρίσκουν τον μήνα που τρέφει τους ένδεκα. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι λίγοι οι επιφανείς πεντακοσιομέδιμνοι που ελάχιστα νοιάζονται για το πρόσωπο του συνανθρώπου τους, ο οποίος δοκιμάζεται από κακές συντυχιές. Να φανεί στα πλήθη ότι βοηθούν. Αυτός είναι ο μύχιος πόθος. Να αποκαταστήσουν τη δημόσια εικόνα τους, που ραγίζει και φθείρεται από τις (συχνά ορθές και τεκμηριωμένες) φήμες για τον τρόπο του πλουτισμού τους. Να δείξουν τόσο καλοί, ώστε να ελαχιστοποιηθεί η δυσφορία του πλήθους όταν γνωστοποιηθεί η επόμενη σκανδαλώδης νομοθεσία υπέρ των συμφερόντων τους, η παραγραφή των ανομημάτων τους, η ανάθεση έργου του Δημοσίου στις εταιρίες τους. 

Στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου (κεφ.6, 2-4) διαβάζουμε τα λόγια του Χριστού, που ορίζει τον ορθό τρόπο παροχής βοηθείας στον συνάνθρωπο: «῞Οταν οὖν ποιῇς ἐλεημοσύνην, μὴ σαλπίσῃς ἔμπροσθέν σου, ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ ποιοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς ρύμαις, ὅπως δοξασθῶσιν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. Σοῦ δὲ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου, ὅπως ᾖ σου ἡ ἐλεημοσύνη ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ». 

Σε ελεύθερη νεοελληνική απόδοση τα παραπάνω έχουν ως εξής: «Οταν λοιπόν κάνεις ελεημοσύνη, να μην το διαλαλείς όπως κάνουν οι υποκριτές στις συναγωγές και στα δρομάκια για να τους δοξάζουν οι άνθρωποι. Σας λέγω να απέχετε από τέτοιες αμοιβές. Οταν κάνεις ελεημοσύνη, δεν πρέπει να γνωρίζει το αριστερό χέρι σου τι πράττει το δεξί. Οπως η ελεημοσύνη σου γίνεται κρυφά, και ο Πατέρας σου που το βλέπει κρυφά θα σ’ την ανταποδώσει φανερά».

Αν γίνει πολιτική ανάγνωση στα λόγια του Χριστού, προκύπτει το συμπέρασμα ότι η σχέση του αρωγού και του βοηθουμένου είναι αυστηρά προσωπική. Την εποπτεύει μόνο ο Θεός. Αν σε αυτόν τον ιερό χώρο της έμπρακτης αγάπης παρεισφρέουν σκοπιμότητες και άλλα συμβαλλόμενα μέρη (ο εκπρόσωπος εκείνων που χρειάζονται βοήθεια, το κοινό που θα πει «τι καλός ο πλούσιος που δίνει τόσα λεφτά», ο κρατικός αξιωματούχος που θα ποζάρει δίπλα στον ευεργέτη), η όλη κατάσταση εκφυλίζεται σε σόου, σε θέαμα κάλπικο από την αρχή μέχρι το τέλος του. Το προαναφερθέν εδάφιο της Αγίας Γραφής θα αρκούσε από μόνο του για να αποτρέψει τους πιστούς από όσες επιδείξεις και αγαθοεργίες γίνονται για να τραφεί ο χειρότερος δαίμων, που βασανίζει την ανθρωπότητα: ο εγωισμός. 

Στον εγωισμό εντοπίζεται η ρίζα του κακού σε μια υπόθεση που χωρά μόνο καλές προθέσεις. Η τάση για επίδειξη είναι ισόκαιρη του ανθρώπινου είδους. Ομως δεν πρέπει να αγνοείται και η αμιγώς πολιτειακή διάσταση του προβλήματος. Η αποπροσωποποίηση των σχέσεων ξεκινά με την… εφεύρεση των αντιπροσώπων. Αντί να σχετίζεσαι με το πρόσωπο, αντί να δημιουργείς σχέση αληθινή και να κοινωνείς τις εμπειρίες, τις αγωνίες, τις φιλοδοξίες και τις ανάγκες του άλλου, ενημερώνεσαι γι’ αυτές από κείνον που δηλώνει ότι τον εκπροσωπεί. Κι εκείνος συχνά ξεκινά τη σταδιοδρομία του εκπροσωπώντας μόνο τα στενά συμφέροντά του. Οι πολλοί δίνουν την ισχύ πάλι σε λίγους ή μόνο σε έναν, αλλά προηγείται η διαδικασία της εκλογής, της ψήφισης. 

Κι εδώ αναπόφευκτα ερχόμαστε στη μετάβαση από την άμεση δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας στην αντιπροσωπευτική, που ήταν και παραμένει κακέκτυπο του πολιτεύματος το οποίο επινοήθηκε από τη φυλή μας. Το άμεσο που έγινε αντιπροσωπευτικό αποτέλεσε υποχώρηση του δήμου στην ισχύ της ολιγαρχίας του πλούτου και του δόλου. Η αδιαμεσολάβητη έκφραση της βούλησης των πολιτών εκφυλίστηκε στη διατύπωση αιτημάτων προς τους εκλεγμένους. Αντί να αποφασίσει ο δήμος για το έργο το οποίο επιθυμεί να γίνει και τη δράση που επιθυμεί να αναλάβει και να τα εφαρμόσει ακαριαία, καταλήγει να παρακαλά για αυτά τους έρημους κι απρόσωπους αντιπρόσωπους. Σ’ εκείνους, δηλαδή, οι οποίοι διακρίθηκαν στον στίβο μάχης των ανεφάρμοστων υποσχέσεων, της εξαπάτησης του κοινού, της -με το αζημίωτο- παροχής εκδουλεύσεων στην κυρίαρχη ελίτ του πλούτου και του δόλου. 

Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να τονιστεί ότι η ελίτ του δόλου υφίσταται σε κάθε κοινωνία, σε κάθε σημείο της ιστορικής διαδρομής των εθνών. Εκεί θάλλουν τα σαπρόφυτα της εγκληματικότητας του δρόμου και του λευκού κολάρου. Αυτή η άρχουσα τάξη, που ειδικεύεται σε παραβατικές δραστηριότητες, αν παραμείνει καιρό ατιμώρητη, περνά στο επόμενο εξελικτικό στάδιό της: εντάσσεται οργανικά στην οικονομική και πολιτική ελίτ. 

Γι’ αυτό, η μόνη σοβαρή στάση απέναντι στην ανάγκη τού ενός είναι όσοι έχουν πλεόνασμα ισχύος να μην το προσφέρουν σε τάχα αντιπροσώπους τους. Να ασχοληθούν οι ίδιοι, προσωπικά, με όσους χρειάζονται βοήθεια. Να γνωρίσουν εκείνους που θα ευεργετήσουν. Να δαπανήσουν χρόνο και κόπο για να κατευθύνουν τα υλικά και ψυχικά αποθέματά τους εκεί που θα πιάσουν τόπο. Και να το κάνουν σιωπηλά, χωρίς τηλεοπτικές κάμερες, κρατικούς παράγοντες και τυμπανοκρουσίες. Δεν μπορείς να λύσεις προβλήματα συγκεκριμένων ανθρώπων ραίνοντας με χρήματα τους αντιπροσώπους τους, μερικοί εκ των οποίων αποδεικνύονται επιτήδειοι, επαγγελματίες «ανθρωπιστές».

Αν δεν υπάρξουν γνωριμία και αληθινή σχέση μεταξύ ευεργέτη και ευεργετουμένου, θα συμβαίνουν ξανά και ξανά όσα μαθαίνουμε και μας πικραίνουν, με δωρεές για καρκινοπαθείς που έγιναν πούρα, σαμπάνιες, διακοπές, παραμονές σε πολυτελή ξενοδοχεία, διακεκριμένες θέσεις σε αεροπλάνα και ποικίλες επιδείξεις βλακώδους ματαιοδοξίας.