Σε κλίμα οδύνης έπεσε το μεσημέρι του Σαββάτου, στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου στο Κοκκάρι της Σάμου, η αυλαία του διπλού φονικού στη δυτική Μάνη που συγκλόνισε την Ελλάδα. Εκεί, συγγενείς και φίλοι του 26χρονου Γιάννη Κομμάτη, φορώντας λευκά ρούχα όπως επιθυμούσαν οι οικείοι του, αποχαιρέτισαν τον αγαπημένο «αγαθό γίγαντά» τους, όπως τον αποκαλούσαν. Η μοίρα επεφύλασσε άσχημο παιχνίδι στους δύο νέους, καθώς ο 25χρονος Κωνσταντίνος Σγούρος, που επίσης βρήκε τραγικό θάνατο (και κηδεύτηκε την περασμένη Πέμπτη στον Νερόμυλο Μεσσηνίας), ετοιμαζόταν σε λίγες ημέρες να ανέβει τα σκαλιά της εκκλησίας με κουμπάρο τον επιστήθιο 25χρονο φίλο του. Μάλιστα, η αρραβωνιαστικιά του άτυχου νέου επισκέφθηκε την Αστυνομική Διεύθυνση Μεσσηνίας συνοδευόμενη από τον αδελφό του θύματος Γιάννη Σγούρο και αποκάλυψε στους αστυνομικούς ότι, όταν με αγωνία αναζητούσαν (την περασμένη Τρίτη) τα ίχνη του εξαφανισμένου τότε 25χρονου, είχαν… δει τον έναν από τους δύο 18χρονους φερόμενους ως δράστες στη γέφυρα της Κοσκάρακας!
«Οταν σταματήσαμε στη γέφυρα, είδαμε έναν νεαρό. Αμέσως, η αρραβωνιαστικιά του τον αναγνώρισε ως ένα παιδί με το οποίο πάνε μαζί στο γυμναστήριο. Του κάναμε νόημα να σταματήσει κι αυτός ανέπτυξε ταχύτητα και έφυγε! Δεν κρίναμε ότι είναι κάτι και δεν το αναφέραμε στις Αρχές. Οπως αποδείχθηκε, όμως, είναι τελικά το άτομο που κατηγορείται για τη δολοφονία του αδελφού μου» είπε στους αστυνομικούς ο Γιάννης Σγούρος και πρόσθεσε: «Ο αδελφός μου ήταν καλό παιδί. Εμείς πιστεύουμε ότι ήταν προμελετημένο το έγκλημα. Σίγουρα το είχαν σχεδιάσει».
Στο μεταξύ, σήμερα οδηγούνται ενώπιον του ανακριτή οι δύο 18χρονοι, οι Νικόλαος Μοσχανδρέου και Παναγιώτης Μήτσου, προκειμένου να απολογηθούν. Ο πρώτος φέρεται ότι περιέγραψε ενώπιον των αστυνομικών με συγκλονιστικές λεπτομέρειες το αποτρόπαιο έγκλημα: Μόλις ο Κωνσταντίνος Σγούρος, όπως φέρεται ότι είπε προανακριτικά, διαπληκτίστηκε με τον 18χρονο Παναγιώτη Μήτσου και τον έπιασε από τον λαιμό, «εγώ φοβήθηκα για τον φίλο μου και για μένα και βγήκα από το αυτοκίνητο ακολουθώντας τους γρήγορα. Ο Παναγιώτης με άκουσε που τους ακολουθούσα, γύρισε, με είδε και τους ξέφυγε γρήγορα προς την άκρη του δρόμου, και τότε εγώ πυροβόλησα. Ημασταν φοβισμένοι και τρέμαμε, ενώ ο Παναγιώτης έκανε εμετό. Από την τρομάρα μας δεν πλησιάζαμε προς το σημείο τους…»
