Από τον
Νίκο Παπουτσόπουλο
Στον «Μυστικό Δείπνο», τη γνωστή τοιχογραφία του Λεονάρντο ντα Βίντσι, στη Σάντα Μαρία ντέλε Γκράτσιε στο Μιλάνο, ερευνητές και κριτικοί τέχνης, θρησκειολόγοι και μυστικιστές, επιστήμονες, λογοτέχνες και σκηνοθέτες αναζήτησαν συμβολισμούς και κώδικες, έπλασαν μύθους, θρύλους και ιστορίες, και έδωσαν νέες διαστάσεις με προσθήκες πραγματικών γεγονότων και αναφορές σε νεότερες εποχές.
Ιδιαίτερη εντύπωση είχαν προξενήσει ακόμη και οι σχεδόν αθέατες λεπτομέρειες, οι χειρονομίες και η στάση των Μαθητών, οι φωτοσκιάσεις και τα σκηνικά στοιχεία, που αποτέλεσαν αφορμή για νέες θρησκευτικές ερμηνείες, μακρές αναλύσεις και αναφορές στα Απόκρυφα Ευαγγέλια και στην ιερά παράδοση.
Στην αινιγματική αυτή σύνθεση ο Φλωρεντινός ιδιοφυής καλλιτέχνης είχε εφαρμόσει αριστοτεχνικά πολλές από τις έρευνές του σχετικά με τις κινήσεις της ψυχής (τρεις, σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας: ευθεία, ελικοειδής, κυκλική), τη γεωμετρική προοπτική και τη διάχυση του φωτός, που αναιρεί τις σταθερές χώρου και χρόνου (όπως στον πίνακα του σουρεαλιστή Σαλβατόρ Νταλί, που τοποθετεί τον Ιησού και τους Μαθητές σε ένα δωδεκάεδρο), την αρχιτεκτονική.
Τα πρότυπά του
Σύμφωνα με προσφιλή παράδοση, όταν ο Ντα Βίντσι ανέλαβε να φιλοτεχνήσει τη σύνθεση, ύστερα από παραγγελία του δούκα Λουντοβίκο Σφόρτσα, επέλεξε έναν νεαρό με ευγενικά χαρακτηριστικά και πρόσωπο φωτεινό ως πρότυπο προκειμένου να αποδώσει τον Ιησού. Ο καλλιτέχνης, παρά τις πιέσεις του Σφόρτσα, είχε καθυστερήσει αρκετά να ολοκληρώσει το έργο, επειδή αναζητούσε κατάλληλο πρότυπο για τον Ισκαριώτη Ιούδα. Συμπτωματικά συνάντησε έναν επαίτη, σε άθλια κατάσταση και με όψη ζοφερή, που ενέπνεε φόβο, και αυτόν χρησιμοποίησε προκειμένου να συμπληρώσει τη σύνθεση του Δείπνου.
Ο Ντα Βίντσι έμεινε έκπληκτος, όταν ο δυστυχής αποκάλυψε πως ήταν ο ίδιος που τρία χρόνια πριν ήταν το πρότυπο για την απεικόνιση της μορφής του Ιησού.

Ο τελευταίος δείπνος που παρέθεσε ο Ιησούς στους Μαθητές, προ της εορτής του Πάσχα, επειδή γνώριζε την ώρα που θα αναχωρούσε από τον κόσμο, ενέπνευσε πολλούς ζωγράφους να προσεγγίσουν το «ανώγαιον μέγα εστρωμένον» (Λκ. κβ’, 12, Μρ. Ιδ΄, 15) και να καταθέσουν την προσωπική αισθητική θεώρηση των δραματικών στιγμών, με ελεύθερη επιλογή λεπτομερειών από την ευαγγελική αφήγηση.
Στη βυζαντινή τέχνη η εικαστική απόδοση του Δείπνου ακολουθεί πιστά τα Ευαγγέλια και τις ερμηνείες των Πατέρων, οι οποίοι «τα πάντα καλώς διαταξάμενοι, αλληλοδιαδόχως έκ τε των θείων Αποστόλων και των ιερών Ευαγγελίων», προκειμένου να συνδεθεί ταυτόχρονα με την εικονογραφική διατύπωση η αποκαλυπτική μαρτυρία της ευχαριστιακής Θυσίας του έργου της Οικονομίας. Η μορφή του Ιησού κυριαρχεί και υπερέχει των Μαθητών που, αναλόγως του σχήματος της τραπέζης, αναπτύσσονται σε ευθεία ή κυκλική διάταξη. Στις παλαιότερες απεικονίσεις ανήκει η ψηφιδωτή παράσταση στον άγιο Απολλινάριο της Ραβένας (5ος-6ος αιώνας), όπου ο Ιησούς τοποθετείται «ανακεκλιμένος» στο αριστερό άκρο ημικυκλικής τραπέζης, στο άνω μέρος της οποίας συνωθούνται οι Μαθητές, που παρακολουθούν την εξέλιξη πυκνών γεγονότων.
Tελευταίος αποχαιρετισμός
Αλλωστε κατά τη διάρκεια του Μυστικού Δείπνου, εκτός από την εσχατολογική αποκάλυψη της σωτηριώδους αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο, τις διδαχές και το υπόδειγμα διακονίας και ταπείνωσης (με τον ιερό Νιπτήρα), τις αποκαλύψεις, την προδοσία του Ιούδα, την αρχιερατική προσευχή προς τον Πατέρα Του, υπέρ εαυτού, υπέρ των Αποστόλων αλλά και για όσους πρόκειται να Τον ακολουθήσουν, ο Ιησούς απευθύνει τον τελευταίο αποχαιρετισμό: «ταύτα λελάληκα υμίν ίνα εν εμοί ειρήνην έχητε, εν τω κόσμω θλίψιν έξετε, αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον».
Με την προειδοποίηση αυτή ο Ιησούς ενισχύει την πίστη των Μαθητών καθώς προετοιμάζoνται για την έξοδο στον κόσμο, την επικοινωνία με τον κόσμο ως εμπειρία κοινωνίας με τον Θεό, με οδηγό την αγάπη: «αύτη έστιν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλήλους καθώς ηγάπησα υμάς».
«Οταν ανακαλύψουμε τις μυστικές σχέσεις των εννοιών και τις περπατήσουμε σε βάθος, θα βγούμε σ’ ένα άλλου είδους ξέφωτο που είναι η Ποίηση. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία όπως ένας είναι ο ουρανός» (Οδ. Ελύτης). Ο Μυστικός Δείπνος είναι η εκπλήρωση της τελευταίας επιθυμίας του Ιησού:
«Επεθύμησα τούτο το Πάσχα φαγείν μεθ’ υμών». «Κύριε, πού θέλεις ετοιμάσωμέν σοι φαγείν το Πάσχα; Ο δε απέστειλεν αυτούς: Απέλθετε εις την απέναντι κώμην, και ευρήσετε άνθρωπον, κεράμιον ύδατος βαστάζοντα. Ακολουθήσατε αυτώ, και τω οικοδεσπότη είπατε: Ο Διδάσκαλος λέγει, προς σε ποιώ το Πάσχα».

Η απομόνωση του Ιούδα από τους Δώδεκα
Από αγάπη προς φίλους και εχθρούς ο Ιησούς πρόκειται να παραδοθεί σε θάνατο, «ίνα τα τέκνα του Θεού τα διεσκορπισμένα συναγάγη εις εν» (Ιω. ια΄, 52). Με αγάπη ο Ιησούς περιβάλλει τον Ιούδα, συναριθμείται στον χορό των Αποστόλων, λαμβάνει το χάρισμα των ιαμάτων, συμμετέχει στην ψυχοτρόφο τράπεζα. Εξαιτίας της φιλαυτίας και της υπέρμετρης και ιδιοτελούς αγάπης για τα αργύρια (το χρήμα) μόνον, ο Ιούδας απομονώνεται από την εκλεκτή ομάδα των Δώδεκα, από την κοινωνία, αποξενώνεται από τον κόσμο και αυτοκαταστρέφεται.
Στην απεικόνιση του Μυστικού Δείπνου είναι πρόδηλος ο εγκλωβισμός του Ιούδα στο πάθος του, «σχήματι μεν ων μαθητής, πράγματι δε παρών φονευτής», παραμένει απαθής και αμέτοχος παρατηρητής κορυφαίων στιγμών, «από το δεξιόν μέρος», όπως περιγράφει ο εκ Φουρνά των Αγράφων Διονύσιος, «απλώνων το χέρι του εις το σκουτέλι και βλέπων εις τον Χριστόν», κατεπείγεται να εγκαταλείψει το υπερώον, μελετά την προδοσία για να πωλήσει τον ατίμητον. Και «λαβών ουν το ψωμίον εκείνος ευθέως εξήλθεν. Ην δε νυξ» (Ιω. Ιγ΄, 30). «Κι έξω, στα σκότη της νυχτιάς, τρεμάμενος/ καταραμένος/ την ώρα αυτή την ίδια/ τρικλίζει ακόμα ο Ιούδας παγωμένος./ Κι αγκομαχώντας, ζώνεται τα φίδια/ ξεσκίζοντας τ’ αυτιά του, γιατί ο λόγος/ ο λόγος του Ακακου/ στριφογυρίζει ακόμα μέσα σαν ξερόφυλλο/ που το σαρώνουν ξεροβόρια:/ Δικός μου εσύ και στέκεις τόσο χώρια» (Στ. Σπεράντζας).

