Με το τίμιο αίμα Του ο Κύριος εξαγόρασε το ανθρώπινο γένος από την κατάρα του νόμου
«Πέφτουν ολοένα σήμερα νομίσματα πάνω στην πολιτεία/ ανάμεσα σε κάθε κόμπο σα μια σταλαγματιά στο χώμα/ ανοίγει μια καινούρια χώρα: ήρθε η στιγμή, σηκώστε με» (Γ. Σεφέρης).
Σε γοητευτικό αίνιγμα και μύθο είχαν μετατρέψει οι Ελληνες τους στοχασμούς και τις σκέψεις για τα «επέκεινα», προκειμένου να λειάνουν και απαλύνουν την αγωνία του θανάτου, ενώ με προσευχές και ικεσίες ζητούσαν τη θεϊκή παρέμβαση για τη λύτρωση και την απελευθέρωση «εκ παντοίων κινδύνων».
Αρχέγονοι πολιτισμοί και θρησκείες αποτυπώνουν τη βαθύτατη επιθυμία της μέθεξης στην αιωνιότητα μέσα από τα αισθητά και πεπερασμένα όρια της θνητότητας: «Αν δεν μας παίδευαν οι ανησυχίες για τα ουράνια φαινόμενα και για τον θάνατο μήπως έχουν κάποια σχέση μ’ εμάς, αλλά και η αδυναμία μας να κατανοήσουμε τα όρια των επιθυμιών και του πόνου, τότε δεν θα μας ενδιέφερε η μελέτη της φύσης» υποστήριζε ο Επίκουρος.
Δυσάρεστες περιστάσεις, ανησυχίες, περίοδοι κρίσεων αλλά και στιγμές ευδαιμονίας αποτελούσαν πάντοτε σε όλες τις εποχές και σε όλους τους λαούς αφορμή για προσφορά θυσιών-δώρων προς τη θεότητα, για να καταδειχθεί «ευμενής και ευδιάλλακτος» και να αποτρέψει και να διασκεδάσει «πάσαν οργή και νόσον».
Κορυφαία θέση στη χριστιανική θρησκεία κατέχει η σταυρική θυσία του Ιησού, αφού με το τίμιο αίμα Του εξαγόρασε το ανθρώπινο γένος από την κατάρα του νόμου: «Εξηγόρασας ημάς εκ της κατάρας του νόμου τω τιμίω σου αίματι». Η θνητή ύπαρξη κατατρύχεται από τον ζόφο του θανάτου και τη θλίψη αυτήν επιθυμεί να άρει ο Θεός της (το «εξιλαστήριο θύμα»), να την απαλλάξει οριστικά και αμετάκλητα από την κατάρα του φυσικού νόμου με τη δική Του θυσιαστική πορεία, όπως ακριβώς περιγράφουν οι περικοπές των Ευαγγελίων, που αποτελούν τον κύριο κορμό της Ακολουθίας των Παθών.
Από τον Μυστικό Δείπνο, στην Κήπο της Γεθσημανή, όπου «προμαντεύει η ψυχή Του ανάμεσα σε πόσα αγκαθερά μονοπάτια έχει να βαδίσει, πόσοι σταυρωτήδες από τον λαό Του θα Τον βρίσουνε, πόσοι θα τρέξουν να Τον βασανίσουνε» γράφει ο Λουκής Ακρίτας. «Ξέρει ποιος από τους φίλους του θα τον προδώσει μ’ ένα φίλημα, μολεύοντας την αγάπη… Τα ξέρει και τα βλέπει όλα, όμως πρέπει να σμίξει ξανά με τον Θεό. Και πρέπει να γνωρίσει την κωμωδία της δικαιοσύνης, την υποκρισία της εξουσίας, ώσπου να ‘ρθει η μεγάλη, η προσδιορισμένη Του ώρα, και να πάρει στην πλάτη Του τον Σταυρό -το Αγιο Ξύλο που στάθηκε η μοίρα Του- κι ανάμεσα από τον παραστρατημένο λαό του, που τον περιγελούσε, αφιονισμένος από ψέματα και κούφια λόγια, ν’ ανηφορίσει στου Κρανίου τον Τόπο, τον Γολγοθά».
Το νικηφόρο πέρασμα στην απέναντι όχθη, στην άλλη διάσταση, την ορθολογιστικά ακατάληπτη, επειδή προσεγγίζεται εμπειρικά, είναι ο θρίαμβος της ζωής που συντρίβει τις πύλες του Αδη, καταργεί τον θάνατο και οδηγεί σταθερά στην αθανασία. Εκείνος, που χωρίς συναινέσεις και συμβιβασμούς, χωρίς τον φόβο του θανάτου, με σταθερή πορεία επέτυχε το ακατόρθωτο για την ανθρώπινη φύση, φθαρτή και εφήμερη, έγινε σύμβολο και «εν ετέρα μορφή» συνεχίζει να ζει στη μνήμη και την ποίηση.
«Ο Βασιλεύς της Δόξης», όπως εικονίζουν οι αγιογράφοι τον Ιησού επάνω στον Σταυρό, επειδή, όπως παρατηρεί ο Κ. Καλοκύρης, «εις το πρόσωπον του Κυρίου πρυτανεύει το βασιλικόν μεγαλείον – το μεγαλείον του συγκρατημένου πάθους», έχει τα χέρια ανοικτά «ως ν’ ανοίγει τας αγκάλας του σε όλους τους ανθρώπους ή ως να προσεύχεται γι’ αυτούς και για τους σταυρωτές Του ακόμη», είναι «γυμνός, μόνον με ένα άσπρο πανί τυλιγμένο στη μέση του, νεκρός, με κλειστά τα ομμάτια, με κεκλιμένην την κεφαλήν προς τα δεξιά, με όψιν βασανισμένη» (Φ. Κόντογλου). Πίσω από τον Σταυρό, τα τείχη της Ιερουσαλήμ φαντάζουν απόκοσμα και κάτω από τον Σταυρό η Παναγία, με συγκρατημένη θλίψη στο πρόσωπο, σε μιαν εγκατάλειψη σε χώρο ασαφή για κείνην και για τον «μαθητήν ον ηγάπα ο Ιησούς».
Π. Κανελόπουλος: Αγάπησα τον Εσταυρωμένο
«Του ανθρωπίνου βίου ο μεν χρόνος στιγμή, η δε ουσία ρέουσα, η δε αίσθησης αμυδρά» είχε υποστηρίξει ο Μάρκος Αυρήλιος. Ο ίδιος εξάλλου είπε πως όλα όσα συμβαίνουν, η γέννηση, ακόμα και ο θάνατος, προέρχονται από την ίδια νοερή πηγή, τη φύση, τον Θεό Λόγο. «Εν τω Λόγω ζωή ην και η ζωή ην το φως των ανθρώπων». Η θεϊκή φύση του Λόγου είναι η τελειότερη επειδή υπερβαίνει τα όρια της θνητότητας και καταλύει τις αναλογίες χώρου και χρόνου, αφού είναι η μόνη που περιλαμβάνει όλες τις άλλες ως έκφραση και ως δημιουργία.
Αλλωστε «ο λόγος ο του Σταυρού τοις μεν απολλυμένοις μωρία εστι, τοις δε σωζομένοις ημίν δύναμις Θεού εστι» [«το κήρυγμα περί του Σταυρού θεωρείται ανοησία γι’ αυτούς που χάνονται, σε μας όμως που σωζόμαστε είναι δύναμη Θεού» (Προς Ρωμαίους α’, 18)].
«Αγάπησα πολύ τον εσταυρωμένο, το γλυκύτατο αιώνιο έαρ. Κι αγάπησα πολύ και τη γη της πατρίδας μου, τη γη την Ελληνική, που χαρίζει αδιάκοπα την ωραιότερη εφήμερη άνοιξη στον κόσμο» (Π. Κανελλόπουλος).

