Tου
Σπυρίδωνος Κυπραίου*
Από τις αρχές του 2015, που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανακοίνωσε το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης** (QE), οι προοπτικές ένταξης της Ελλάδος φάνταζαν δυσοίωνες. Το τελευταίο Eurogroup της 15ης Ιουνίου ήταν απλώς η επικύρωση της αδυναμίας παροχής διασφάλισης της οικονομίας, που είναι το βασικότερο και σε προέκταση της χρηματοδότησης μέσω του QE. Διότι, ο καθοριστικός παράγοντας για το αν θα συμπεριληφθεί ένα μέλος της ευρωζώνης ή όχι είναι η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους.
Τα οφέλη που θα αποκομίζαμε θα ήταν αρκετά, αφού θα εδραιωνόταν στις αγορές η αντίληψη επιστροφής στην κανονικότητα. Ακόμα, σημαντικό θα ήταν ότι σε ενδεχόμενη δοκιμαστική έξοδο (η οποία συζητείται) θα εκδίδαμε ομόλογα με χαμηλότερο επιτόκιο (spread***), που θα καθιστούσε περιττό οποιοδήποτε περαιτέρω πρόγραμμα χρηματοδότησης. Oπως δήλωσε από το βήμα της Βουλής ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος, «o Μάριο Ντράγκι θα μας βάλει στο QE, αλλά όχι σύντομα».
Αυτό που δεν λογαριάζει όμως είναι ότι η ευρωζώνη βρίσκεται σε μια κατάσταση μηδενικών επιτοκίων για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό προξενεί αρκετά προβλήματα στο να προσελκύσει επενδύσεις, αλλά και στην επίτευξη του στόχου πληθωρισμού του 2% που έχει θέσει η ΕΚΤ. Συνεπώς, το πρόγραμμα πιθανότατα θα περιέλθει σε τροχιά σταδιακής μείωσης από τις αρχές του 2018.
Οι γενεσιουργές αιτίες αυτής της πρόβλεψης ποικίλλουν. Αρχικά, η κανονικότητα δείχνει να επιστρέφει στα περισσότερα κράτη της ευρωζώνης λόγω των θετικών ρυθμών ανάπτυξης που επιτυγχάνουν (1,7% ανάπτυξη για το 2017), καθώς και το ενδεχόμενο δυνητικής αύξησης των επιτοκίων στην άλλη μεριά του Ατλαντικού στο πλαίσιο του «προστατευτισμού» που προσπαθεί να επιδείξει ο νέος πρόεδρος και η ευρωζώνη θα είναι υποχρεωμένη να ακολουθήσει. Φυσικά, δεν λείπουν και οι αντιδράσεις από μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ****, που δημιουργούν κλίμα πιέσεων για λήξη του προγράμματος.
Το ζήτημα, όμως, είναι ότι για την ελληνική οικονομία και ευρύτερα την κοινωνία έχουν τελειώσει τα χρονικά περιθώρια. Η «νεοελληνική μάστιγα» που λέγεται brain drain έχει εδραιωθεί για τα καλά, 500.000 Ελληνες έχουν φύγει για το εξωτερικό και ποσοστό άνω του 70% από αυτούς κατέχει τουλάχιστον ένα πτυχίο. Η χώρα μας έχει απολέσει ένα τεράστιο ποσοστό από το ανθρώπινο κεφάλαιο που διαθέτει και θα μπορούσε να αξιοποιήσει για να αποτελέσει τον μόνο σταθερό και υγιή πυλώνα ανάπτυξης σε βάθος χρόνου.
Το χειρότερο, όμως, είναι ότι δεν φαίνεται να διαμορφώνονται ούτε σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα εκείνες οι ανταγωνιστικές συνθήκες που θα κάνουν αυτούς τους ανθρώπους να επιστρέψουν πίσω στην πατρίδα και να δημιουργήσουν εδώ με τις πολύτιμες γνώσεις και εμπειρίες που θα έχουν αποκομίσει από το εξωτερικό.
*Ο Σπυρίδων Κυπραίος είναι φοιτητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
**Το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) έχει ως βασικό στόχο τη διατήρηση του πληθωρισμού, δηλαδή του γενικού επιπέδου των τιμών, στο 2%. Αυτό γίνεται με την αγορά ομολόγων των κρατών-μελών της ευρωζώνης από την ΕΚΤ, όχι όμως αγορά κατευθείαν από τα κράτη, αλλά από τα ήδη διαπραγματεύσιμα ομόλογα, από τη δευτερογενή αγορά.
***Τα spreads είναι η διαφορά του επιτοκίου έκδοσης του δεκαετούς ομολόγου κάθε ευρωπαϊκού κράτους σε σχέση με το αντίστοιχο γερμανικό ομόλογο. (Αποτελεί μια από τις κλασικές μονάδες μέτρησης της αξιοπιστίας ενός κράτους.)
****Η Εκτελεστική Επιτροπή της ΕΚΤ απαρτίζεται από τον πρόεδρο, τον αντιπρόεδρο και τέσσερα άλλα μέλη. Ολα τα μέλη διορίζονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.
