Την ώρα που οι χώρες της Ε.Ε. έδωσαν στην κοινωνία κονδύλια που υπερβαίνουν τα 12 δισ. ευρώ, στην Ελλάδα το «επιτελικό» κράτος Μητσοτάκη δίνει ψίχουλα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας και της αισχροκέρδειας
Σε μόνιμο καθεστώς φτωχοποίησης βρίσκονται τα ελληνικά νοικοκυριά, με την ακρίβεια να σαρώνει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και την κυβέρνηση να αντιμετωπίζει με ημίμετρα το νέο κύμα ανατιμήσεων. Οι εφιαλτικές αυξήσεις τιμών στα ράφια των σούπερ μάρκετ -και μάλιστα σε είδη πρώτης ανάγκης-, η εκτόξευση των τιμών στα καύσιμα και τα πανάκριβα ενοίκια γονατίζουν τους πολίτες, την ώρα που ο πληθωρισμός εκτινάχτηκε τον Απρίλιο σε δυσθεώρητα επίπεδα, πάνω από το 5,4%, πλησιάζοντας ξανά τα επίπεδα-σοκ του 2023. Σημειώνεται πως ο εναρμονισμένος πληθωρισμός, δηλαδή ο τρόπος κοινού υπολογισμού με την υπόλοιπη Ευρώπη, τοποθετεί την ακρίβεια στην Ελλάδα στο 4,6%.
Βασικά αγαθά και υπηρεσίες έχουν μετατραπεί σε είδη πολυτελείας για χιλιάδες νοικοκυριά, με το οικονομικό επιτελείο να ξοδεύει εκατομμύρια ευρώ σε προσωρινά «μπαλώματα», χωρίς όμως να καταφέρνει να προστατεύσει ουσιαστικά τους καταναλωτές. Την ίδια στιγμή, άλλες ευρωπαϊκές χώρες προχώρησαν σε μειώσεις φόρων και πιο στοχευμένες παρεμβάσεις, ώστε να περιορίσουν τις ανατιμήσεις και να στηρίξουν αποτελεσματικότερα τα νοικοκυριά.
Πρόκειται για χώρες με πολύ υψηλότερα εισοδήματα από την Ελλάδα, οι οποίες δεν πέρασαν δέκα χρόνια σκληρών Μνημονίων και των οποίων οι κυβερνήσεις δεν λειτουργούν αποκλειστικά με προεκλογικούς όρους, όπως συμβαίνει στη δική μας χώρα, ούτε με γνώμονα τις δημοσκοπήσεις και τη διαχείριση του πολιτικού κόστους.
Μια οικονομία που βλέπει τις τιμές στο μοσχάρι να αυξάνονται σχεδόν κατά 20% και στα λαχανικά κατά 7,5% μέσα σε έναν μήνα, παραμένει αναμφίβολα μία από τις ακριβότερες χώρες της Ευρώπης σε σχέση με τα πραγματικά εισοδήματα των πολιτών της. Οι μισθοί εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου, την ώρα που οι τιμές σε ενέργεια, στέγαση και βασικά είδη διατροφής πλησιάζουν ή ακόμη και ξεπερνούν αντίστοιχες τιμές ισχυρότερων οικονομιών.
Πέρα από όλα αυτά, κυριαρχεί ένα ανεξέλεγκτο κύμα αισχροκέρδειας, το οποίο η ελληνική κυβέρνηση δείχνει ανίκανη -ή απρόθυμη- να αντιμετωπίσει ουσιαστικά.
Ηδη οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν εφαρμόσει μέτρα στήριξης που υπερβαίνουν τα 12 δισ. ευρώ, με το 80% των συνολικών κονδυλίων που έχουν διατεθεί να κατευθύνεται σε μέτρα που οδηγούν στην άμεση μείωση των τιμών, όπως μειώσεις ΦΠΑ και ειδικών φόρων κατανάλωσης στην ενέργεια. Πρόκειται για παρεμβάσεις που δεν έχουν υιοθετηθεί από την ελληνική κυβέρνηση, παρά τις συστάσεις των φορέων της αγοράς, των πολιτών και των κομμάτων της αντιπολίτευσης.
Στην κορυφή των δημοσιονομικών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης βρίσκονται ξεκάθαρα ορισμένες μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, με την Ισπανία να ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες. Η Μαδρίτη έχει διαθέσει περίπου 5 δισ. ευρώ σε παρεμβάσεις για τη στήριξη της πολιτών της. Αυτό το ποσό αντιστοιχεί σχεδόν στο 50% του συνολικού πακέτου μέτρων που έχουν αναληφθεί από τα κράτη-μέλη σε ευρωπαϊκό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης του συντελεστή ΦΠΑ στο φυσικό αέριο, στην ηλεκτρική ενέργεια και στα καύσιμα, από 21% σε 10%, καθώς και άμεσης βοήθειας για τον τομέα των μεταφορών.
Σημαντικές παρεμβάσεις έχει ανακοινώσει και Γερμανία, ύψους 1,62 δισ. ευρώ, ενώ η γειτονική Βουλγαρία, με σχεδόν το μισό ΑΕΠ της Ελλάδας, ξοδεύει 225 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 100 εκατομμύρια ευρώ αφορούν μια δέσμη μέτρων για τη στήριξη των μεταφορών και τα 125 εκατομμύρια ευρώ για την ενίσχυση των ενεργοβόρων βιομηχανιών, ώστε να μη μετακυλιστούν οι επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης στους τελικούς καταναλωτές.
Τα μέτρα στήριξης που έχει διαθέσει η χώρα μας ανέρχονται στα 800 εκατ. ευρώ, ενώ διαθέτει ακόμα 200 εκατ. ευρώ από τον φετινό δημοσιονομικό χώρο για νέες παρεμβάσεις, καθώς το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ δημιουργεί νέες ασφυκτικές ανατιμήσεις σε όλο το φάσμα της αγοράς και κυρίως σε καύσιμα, τρόφιμα και ενοίκια. Ωστόσο, παρά το γεγονός πως η χώρα μας εμφανίζεται να έχει διαθέσει ένα σημαντικό ποσό σε έκτακτα μέτρα για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, την ίδια ώρα διαθέτει έναν από τους υψηλότερους πληθωρισμούς, δηλαδή η ακρίβεια «ροκανίζει» τις έκτακτες παρεμβάσεις προτού καν αυτές δοθούν.
Η κυβέρνηση, αντί να προχωρήσει σε μειώσεις φόρων, όπως ο ΦΠΑ στα τρόφιμα και τα καύσιμα και οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης (ΕΚΦ) στη βενζίνη και στο πετρέλαιο, λειτουργεί με όρους… fuel pass, επιδοτώντας για δύο μήνες τους καταναλωτές με το ποσό των 50 ευρώ, που με τις τρέχουσες τιμές αντιστοιχεί σε σχεδόν 20-22 λίτρα βενζίνης! Την ίδια ώρα, σημαντικό μέρος των μέτρων που έχει ανακοινώσει αφορά ενισχύσεις που θα δοθούν σε μισό χρόνο από τώρα, όπως η αύξηση του ποσού που λαμβάνουν οι χαμηλοσυνταξιούχοι κάθε Νοέμβριο από τα 250 στα 300 ευρώ, όταν η ακρίβεια «καίει» σήμερα τις τσέπες τους.
Οι… λανθασμένες οδηγίες του ΔΝΤ
Οι εξελίξεις δείχνουν πως ακόμα μία φορά η ελληνική κυβέρνηση ακολουθεί πιστά τις… οδηγίες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), το οποίο, όπως έχει αποδειχτεί κατά τη διάρκεια των καταστροφικών Μνημονίων, ακολουθεί λανθασμένη «συνταγή». Αυτή τη φορά στο Eurogroup της περασμένης εβδομάδας τάχθηκε ανοιχτά κατά των μειώσεων σε φόρους για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, λέγοντας πως τα οριζόντια μέτρα ευνοούν τους πλούσιους και όχι τους φτωχούς. Πρόκειται για το ίδιο επιχείρημα που χρησιμοποιούν τα στελέχη της ελληνικής κυβέρνησης, που αγνοούν τις εκκλήσεις των πολιτών για άμεσες μειώσεις φόρων, αλλά και τα παραδείγματα πολλών ευρωπαϊκών κρατών.
«Τα μη στοχευμένα μέτρα δεν είναι απλώς μη στοχευμένα, ωφελούν δυσανάλογα περισσότερο τους πλούσιους παρά τους φτωχούς» σημείωσε χαρακτηριστικά στην παρέμβασή της η εκπρόσωπος του ΔΝΤ στη συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης. Παράλληλα, παρέθεσε και του υπολογισμούς του Ταμείου, λέγοντας πως για μια οριζόντια μείωση τιμών ύψους 100 ευρώ σε ολόκληρη την οικονομία, κατά μέσο όρο το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού λαμβάνει όφελος 34 ευρώ μέσω επιδότησης στα καύσιμα οδικών μεταφορών και 33 ευρώ μέσω επιδότησης ηλεκτρικής ενέργειας. Αντίθετα, το φτωχότερο 20% λαμβάνει μόλις 9 ευρώ και 11 ευρώ αντίστοιχα.
Ακόμα πιο χαρακτηριστική ήταν η προτροπή της εκπροσώπου του ΔΝΤ στο Eurogroup, που κάλεσε τους υπουργούς να χειριστούν επικοινωνιακά αυτή την κρίση, προτρέποντάς τους να λένε πως «οι Αρχές πρέπει να τονίζουν ότι το σοκ είναι εξωγενές, ότι οι επιπτώσεις του -αν και υπαρκτές- είναι μικρότερες σε σχέση με την προηγούμενη ενεργειακή κρίση, και ότι η καθολική στήριξη θα είχε υψηλό δημοσιονομικό κόστος. Ενα τέτοιο κόστος θα απαιτούσε περικοπές σε άλλους τομείς ή ακριβό δανεισμό, μεταφέροντας τελικά το βάρος στους μελλοντικούς φορολογουμένους, ενώ παράλληλα θα αποτελούσε αναποτελεσματικό τρόπο ενίσχυσης των πιο ευάλωτων».
Τα μέτρα για την ενεργειακή κρίση


