Πώς η υλική στενότητα, η οποία συνοδεύεται από ένα επίμονο αίσθημα ντροπής και δημιουργεί παρατεταμένη ανασφάλεια, μεταβάλλει το πώς βιώνει κανείς τον εαυτό του, αλλά και πώς σχετίζεται με τους άλλους
- Γράφει ο Αντώνης Μάριος Παπαγιώτης*
«Λυπάμαι και θυμώνω που η ακρίβεια ροκανίζει το εισόδημα» δήλωσε ο πρωθυπουργός στο πρόσφατο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας, σε μια συγκυρία όπου η οικονομική πίεση επηρεάζει πλέον βαθιά την εμπειρία ζωής μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Η φτώχεια αποτελεί και υπαρξιακό γεγονός, καθώς μεταβάλλει σταδιακά το πώς βιώνει κανείς τον εαυτό του, σχετίζεται με τους άλλους και φαντάζεται το μέλλον.
Η παρατεταμένη ανασφάλεια δημιουργεί μια κατάσταση εσωτερικής επιφυλακής που δεν υποχωρεί. Οποιος αγωνιά καθημερινά για το ενοίκιο, τους λογαριασμούς, το σούπερ μάρκετ και την πιθανότητα μιας ξαφνικής επιβάρυνσης παύει να αισθάνεται την ασφάλεια ως κάτι δεδομένο. Η ύπαρξη οργανώνεται γύρω από τη διαχείριση του επείγοντος. Το σώμα και ο ψυχισμός παραμένουν σε συνεχή εγρήγορση, ακόμη και όταν δεν υπάρχει άμεση απειλή. Η εξάντληση αρχίζει να ταυτίζεται με την ίδια την προσπάθεια ψυχικής αντοχής απέναντι στην αβεβαιότητα.
Η οικονομική δυσκολία συχνά συνοδεύεται κι από ένα επίμονο αίσθημα ντροπής που σπάνια ομολογείται ανοιχτά. Σε μια εποχή όπου η κοινωνική ορατότητα φαίνεται να εξαρτάται από την παραγωγικότητα και τη δημόσια εικόνα της επιτυχίας, πολλοί αρχίζουν να εσωτερικεύουν τη στέρησή τους ως προσωπική ανεπάρκεια. Η αδυναμία συμμετοχής σε απλές στιγμές της κοινής ζωής μπορεί να μετατραπεί σε αίσθημα κοινωνικού αποκλεισμού, οδηγώντας τον άνθρωπο στην πεποίθηση ότι δεν δικαιούται πλέον να παραμένει ορατός μέσα στον κόσμο των άλλων.
Η επίδραση της υλικής στενότητας μέσα στην οικογένεια γίνεται συνήθως ακόμα πιο έντονη. Οι γονείς που ζουν με βιοποριστικό άγχος δυσκολεύονται πολλές φορές να προστατεύσουν τα παιδιά από όσα γεννά η μόνιμη αγωνία της επιβίωσης. Το βάρος αυτό μεταφέρεται έμμεσα μέσα από την ευερεθιστότητα, την κόπωση, την υπόκωφη ανησυχία γύρω από το πώς θα τα βγάλουν πέρα ή και τη σιωπή που συχνά εκλαμβάνεται ως αδιαφορία. Η δυσφορία εγκαθίσταται στον οικογενειακό βίο ως μέρος της κανονικότητας, ενώ η αίσθηση εσωτερικής ηρεμίας παραμένει εύθραυστη.
Η χρόνια επισφάλεια επηρεάζει επίσης βαθιά τη σχέση του ανθρώπου με το αύριο. Οταν η καθημερινότητα εξαντλείται στην κάλυψη βασικών αναγκών, περιορίζεται και η δυνατότητα επιθυμίας, σχεδιασμού και προσδοκίας. Ο ορίζοντας στενεύει, ενώ το μέλλον παύει να βιώνεται ως χώρος δυνατοτήτων και μετατρέπεται σε προβολή διαρκούς ανησυχίας.
Μέσα σε τέτοιες συνθήκες η ψυχολογική φροντίδα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνδέεται με τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και της δυνατότητας του ανθρώπου να αισθάνεται ότι η ζωή του δεν εξαντλείται στην επιβίωση. Η ουσιαστική στήριξη συμβάλλει στη διαφύλαξη της αξιοπρέπειας, των δεσμών με τους άλλους και της βεβαιότητας ότι εξακολουθεί να υπάρχει χώρος για επιθυμία και νόημα.
Σε περιόδους παρατεταμένης πίεσης, η ψυχική ανθεκτικότητα μιας κοινωνίας συνδέεται άμεσα με την προστασία της ανθρώπινης υπόστασης και της συλλογικής αντοχής απέναντι στη φθορά της μόνιμης αστάθειας. Οταν η διαρκής εξάντληση αντιμετωπίζεται ως φυσιολογική κατάσταση, η έγνοια για τον άνθρωπο μετατρέπεται σε πράξη αντίστασης απέναντι στην απονέκρωση της ανθρώπινης εμπειρίας.
*Ψυχολόγος
