Ο δρ Κωνσταντίνος Κυριαζόπουλος και η σύζυγός του Αντιγόνη Δίμησσα μετανάστευσαν στη Μελβούρνη από την Ελλάδα το 1902 και το 1909 αντίστοιχα, ενώ παντρεύτηκαν το 1909. Εκείνος άσκησε την ιατρική, και μαζί με τη σύζυγό του δραστηριοποιήθηκαν ενεργά στην τοπική κοινωνική και πολιτιστική ζωή της Μελβούρνης.
Ο Κυριαζόπουλος είχε γεννηθεί στην Αδριανούπολη, στην Ανατολική Θράκη. Καταγόταν από παλιά οικογένεια Ελλήνων αγωνιστών της Επανάστασης του 1821 και ήταν γιος εύπορου επιχειρηματία.
Από το 1884 φοίτησε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Αθήνα και στη συνέχεια σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου ολοκλήρωσε το διδακτορικό του το 1891.

Μετά από δύο χρόνια στο Παρίσι, όπου εξειδικεύτηκε στην παθολογία και τη μαιευτική, επέστρεψε στην Ελλάδα και στη συνέχεια μετέβη στη Βουλγαρία λόγω υπερπληθώρας γιατρών. Εκεί εργάστηκε ως περιφερόμενος κρατικός γιατρός και φαρμακοποιός, μια ιδιαίτερα δύσκολη ζωή κυρίως πάνω σε άλογο, έως ότου το αυξανόμενο ανθελληνικό κλίμα τον οδήγησε πίσω στην Αδριανούπολη το 1902.
Ένας Έλληνας ναυτικός που είχε επιστρέψει από την Αυστραλία τον ενημέρωσε για την έλλειψη γιατρών στη χώρα, γεγονός που τον οδήγησε στην απόφαση να μεταναστεύσει άμεσα στη Μελβούρνη το 1902.
Ήταν από τους πρώτους Έλληνες πτυχιούχους γιατρούς στην Αυστραλία, όμως αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες, καθώς το Βικτωριανό παρτάρτημα της Βρετανικής Ιατρικής Ένωσης δεν αναγνώριζε τα προσόντα του για επτά χρόνια.
Επιπλέον δεν γνώριζε αγγλικά, παρότι μιλούσε γαλλικά, τουρκικά, βουλγαρικά και λίγα γερμανικά. Εργάστηκε ως γιατρός σε μασονική στοά, παρέχοντας ιατρικές υπηρεσίες σε μέλη που είχαν δωρεάν ιατρική κάλυψη. Μέχρι το 1909 είχε ήδη καθιερωθεί στην ελληνική και ιατρική κοινότητα της Μελβούρνης.
Το ιατρείο και η οικογενειακή του κατοικία ξεκίνησαν στη διεύθυνση 168 Victoria Street, στη βόρεια πλευρά της Μελβούρνης και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στην Collins Street στο κέντρο της πόλης, όπου παρέμειναν μέχρι το θάνατό του το 1939. Οι ασθενείς του προέρχονταν τόσο από την ελληνική κοινότητα όσο και από ντόπιους.

Το 1924 η οικογένεια μετακόμισε στο Hawthorn, στην Auburn Road 389, αναζητώντας πιο ήσυχο περιβάλλον, όπου έζησε η σύζυγός του Αντιγόνη μέχρι τον θάνατό της το 1972. Ο Κωνσταντίνος υπήρξε ιδιαίτερα ενεργός κατά την πανδημία της ισπανικής γρίπης το 1918, παρέχοντας ιατρική φροντίδα.
Η γνωριμία με την Αντιγόνη Δίμησσα
Το 1909, επιθυμώντας να παντρευτεί, επέστρεψε στην Ελλάδα κατόπιν αιτήματος της οικογένειας της νύφης, την οποία γνώριζε πριν μεταναστεύσει. Η Αντιγόνη Δίμησσα καταγόταν από μορφωμένη μεσοαστική οικογένεια της ίδιας περιοχής, ενώ ο πατέρας της ήταν επίσης γιατρός.
Είχε σπουδάσει στην Κωνσταντινούπολη και είχε αποκτήσει δίπλωμα διδασκαλίας γαλλικών. Για το γάμο είχε θέσει όρο να μπορεί να επιστρέφει στην Ελλάδα για να επισκέπτεται την οικογένειά της. Το ζευγάρι επέστρεψε αμέσως στη Μελβούρνη και παντρεύτηκε στον Ιερό Ναό στην Victoria Parade.
Το πρώτο τους παιδί, ο Μιχαήλ, γεννήθηκε το 1910 στη Μελβούρνη, ενώ η κόρη τους Ευθυμία (Fifi) γεννήθηκε στην Αδριανούπολη το 1914, κατά την προγραμματισμένη επίσκεψη της μητέρας της, η οποία είχε μεταβεί για να ενημερώσει την οικογένεια για τις συνθήκες στην Αυστραλία. Ο Μιχαήλ την συνόδευσε, ενώ ο Κωνσταντίνος παρέμεινε στη Μελβούρνη. Η Αντιγόνη επέστρεψε με το τελευταίο πλοίο πριν την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου.

Πολιτιστική δράση στη Μελβούρνη
Από το 1913, με την έκδοση της πρώτης ελληνικής εφημερίδας στην Αυστραλία Afstralia, ο Κωνσταντίνος άρχισε να αρθρογραφεί συστηματικά σε ιστορικά, κοινωνικά και ιατρικά θέματα. Δημοσίευσε επίσης σε έντυπα όπως Life in Australia, Εθνική σάλπιγξ, Φως και Το εθνικό βήμα με το ψευδώνυμο «Κτίλος».
Υπήρξε ένθερμος βασιλόφρων. Το 1917 έγραψε το κοινωνικό κωμικό μονόπρακτο έργο Ο αδιάκριτος μουσαφίρης, το οποίο εκδόθηκε το 1923 και θεωρείται το πρώτο θεατρικό έργο Έλληνα μετανάστη στην Αυστραλία.
Την ίδια περίοδο, η σύζυγός του Αντιγόνη συνέβαλε στην ίδρυση του Ελληνικού Συλλόγου Γυναικών Μελβούρνης. Ως πρόεδρος, προώθησε την παράσταση του έργου του συζύγου της, με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για το Ταμείο Ορφανών του Ελληνικού Πολέμου. Οι δράσεις αυτές συνέβαλαν στη δημιουργία κοινωνικών και πολιτιστικών δικτύων για τις Ελληνίδες μετανάστριες στη Βικτώρια.

Τα τελευταία χρόνια
Ο Κωνσταντίνος Κυριαζόπουλος συμμετείχε ενεργά σε κοινοτικές δραστηριότητες και μιλούσε σε ελληνικές εκδηλώσεις. Υπήρξε από τους πρώτους υποστηρικτές και χρηματοδότες της Εκκλησίας του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στη Μελβούρνη, συμμετέχοντας στην επιλογή τοποθεσίας, χρηματοδότησης και σχεδιασμού.
Διετέλεσε μέλος του συμβουλίου και πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης, καθώς και επίτιμος Γενικός Πρόξενος (1921-1923). Το 1926 άλλαξε το επίθετό του σε «Krizos». Απεβίωσε στις 21 Αυγούστου 1939 από πνευμονία, μετά από κρυολόγημα, και τιμήθηκε δημόσια με πλήθος επικήδειων.
•Με πληροφορίες από collections.museumsvictoria.com.au.
ΠΗΓΗ: pontosnews.gr
