Συμπληρώνονται τρία χρόνια από τότε που συνετελέσθη ένα φοβερό έγκλημα σε βάρος του λαού, της πατρίδας, της Ιστορίας και του πολιτισμού μας. Η Συμφωνία των Πρεσπών, που ανέλαβε να φέρει εις πέρας η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, χάρισε το όνομα της Μακεδονίας στους Σκοπιανούς, αναγνωρίζοντας την ανύπαρκτη εθνότητά τους και τη «μακεδονικότητα» της γλώσσας τους, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια παραλλαγή της βουλγαρικής.
Η Νέα Δημοκρατία τότε ήταν αξιωματική αντιπολίτευση και υποσχόταν επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας, καταγγελία, αλλαγές σε ουσιώδη άρθρα και μη αναγνώριση της εθνότητας και της γλώσσας ως μακεδονικής. Ο νυν πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δεσμευόταν στη Βουλή (στις 8 Φεβρουαρίου 2019) ότι «δεν θα πω ποτέ “καλωσορίζω τον Μακεδόνα πρωθυπουργό στη χώρα”».
Οι υποσχέσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη, μόλις αυτός έγινε πρωθυπουργός, ρίχθηκαν στον κάλαθο των αχρήστων. Ο πρωθυπουργός τηρεί μονομερώς τη συμφωνία, παρόλο που οι Σκοπιανοί την έχουν καταστρατηγήσει εμφανιζόμενοι ως νέτοι – σκέτοι «Μακεδόνες», όπως βλέπουμε να κάνουν στην πανευρωπαϊκή ποδοσφαιρική διοργάνωση Euro 2020.
Μάλιστα, ο κ. Μητσοτάκης χλευάζεται για την ανακολουθία του από τον αρχηγό του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος είπε για τα τρίχρονα της προδοσίας: «Κάθε φορά που ακούω τον Ζόραν Ζάεφ να λέει ότι ο πρωθυπουργός κ. Μητσοτάκης δίνει μάχες για την τήρηση της Συμφωνίας και το ευρωπαϊκό μέλλον της Βόρειας Μακεδονίας, χαμογελάω και σκέφτομαι: “Κανείς δεν μπορεί να μας γυρίσει πίσω”».
Φυσικά, το «κανείς δεν μπορεί να μας γυρίσει πίσω» είναι τόσο αφελές όσο και υπερφίαλο. Ο ελληνικός λαός, αν θελήσει, θα μπορέσει να πάρει πίσω τα εθνικά ασημικά που χάρισε στους Σκοπιανούς η ιστορικά ανάξια πολιτική τάξη της χώρας.