Ο Μπιλ Γκέιτς αποτελεί μια κατηγορία από μόνος του, πάνω από τους… συνηθισμένους δισεκατομμυριούχους. Για κάποιους είναι ένας αγαθός φιλάνθρωπος, αλλά στην πραγματικότητα οσιομάρτυρες δισεκατομμυριούχοι δεν υπάρχουν. Το φιλανθρωπικό ίδρυμα του Γκέιτς -Gates Foundation Trust- βγάζει πολύ περισσότερα χρήματα απ’ όσα δίνει, και όλα αυτά τα έσοδα είναι εντελώς αφορολόγητα.
- Από τον Βασίλη Γαλούπη
Διαχειρίζεται και επενδύσεις σε εταιρίες που συμβάλλουν στα ίδια προβλήματα που υποτίθεται ότι καταπολεμά. Οπως και να ’χει, πάντως, ο Γκέιτς έγραψε ένα δοκίμιο 6.000 λέξεων με τη μορφή επείγουσας προειδοποίησης, που δημοσιεύτηκε προχθές, Τετάρτη, στην προσωπική του ιστοσελίδα. «Η ταραγμένη εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) είναι εδώ. Οι επιλογές που κάνουμε τώρα είναι κρίσιμες. Χρειαζόμαστε ένα σχέδιο που να διασφαλίσει ότι το καλό υπερτερεί του κακού» αναφέρει και προσθέτει:
«Η μετάβαση στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης θα είναι μία από τις πιο ταραγμένες εποχές στην ανθρώπινη Ιστορία. Και δεν προετοιμαζόμαστε επαρκώς για αυτή τη μετάβαση». Ο 70χρονος δισεκατομμυριούχος προβλέπει μαζική ανεργία, οικονομική αναταραχή και περιγράφει τις συνέπειες των «όπλων» της Τεχνητής Νοημοσύνης στα χέρια εγκληματιών, εάν οι ηγέτες του κόσμου δεν συνεργαστούν άμεσα για να αντιμετωπίσουν τη «σκοτεινή πλευρά» της τεχνολογίας.
«Η πρόκληση που έχουμε μπροστά μας είναι μνημειώδης» έγραψε ο Γκέιτς στο κείμενό του. «Ακόμα και υπό τις καλύτερες συνθήκες, η μετάβαση σε αυτή τη νέα εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης θα είναι μία από τις πιο ταραγμένες εποχές στην ανθρώπινη Ιστορία… Υπάρχουν δουλειές που θα χαθούν για πάντα». Πιστεύει ότι ορισμένες θέσεις εργασίας θα πρέπει να χαρακτηριστούν «human reserved», δηλαδή να διατηρηθούν αποκλειστικά για ανθρώπους, ακόμη κι αν στο μέλλον η τεχνολογία θα μπορούσε τεχνικά να τις εκτελέσει.
Οι άνθρωποι πρέπει να αντιμετωπίσουν τη δική τους θέση μέσα σε όλη αυτή την επέλαση, με μια λογική που παρομοιάζει με τη λογική για τις προστατευόμενες φυσικές περιοχές, προτείνει. Πρέπει δηλαδή η ανθρωπότητα να ορίσει άμεσα ειδικά καθεστώτα «προστασίας» για τον εαυτό της. «Πολλές δουλειές θα εξαφανιστούν για πάντα. Οι κυβερνήσεις πρέπει να εξετάσουν ποια επαγγέλματα ή καθήκοντα δεν πρέπει να αυτοματοποιηθούν πλήρως».
Θεωρεί ότι οι σημερινές κυβερνήσεις δεν έχουν αντιληφθεί το μέγεθος των αλλαγών που φέρνει η Τεχνητή Νοημοσύνη. Κατά την εκτίμησή του, απαιτούνται «τεράστιες θεσμικές παρεμβάσεις και διεθνής συντονισμός. Σε αυτή τη συζήτηση θα πρέπει να συμμετέχει και η Κίνα. Θέτει δύο κεντρικά ερωτήματα:
1. Ποιος θα αποφασίζει ποια επαγγέλματα πρέπει να προστατέψει από την αυτοματοποίηση;
2. Τι θα συμβεί εάν ορισμένες χώρες επιτρέψουν πολύ μεγαλύτερη χρήση της AI από άλλες;
Τέτοιες αγωνιώδεις προειδοποιήσεις ακούγονται από ειδικούς εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία. Ακόμη και ο Μπαράκ Ομπάμα είχε κάνει από το 2016 δηλώσεις για την επερχόμενη «επανάσταση» της Τεχνητής Νοημοσύνης: Σύμβουλοί του μιλούσαν για ανάγκη να υπάρξει στο μέλλον ένα εγγυημένο βασικό εισόδημα για όλους, ώστε να αποφευχθούν οι λεηλασίες και η πείνα από τις μάζες που δεν θα μπορούν να βρουν δουλειά. Και δεν είναι μόνο οι δουλειές.
«Τα ίδια τα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης ήδη περιστασιακά ενεργούν με τρόπους που δεν είχαν σκοπό οι σχεδιαστές τους. Τα μοντέλα ΑΙ θα μπορούσαν να αρχίσουν να ενεργούν ενάντια στα συμφέροντά μας και θα μπορούσαμε να χάσουμε τον έλεγχο» γράφει ο Γκέιτς. Και «η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να εμποδίσει την ανάπτυξη των παιδιών μας, την ικανότητα για κριτική σκέψη και να αντικαταστήσει τις ανθρώπινες σχέσεις». Η «διάγνωση» λοιπόν του Γκέιτς είναι πραγματική. Υπολογίστηκε ότι το 47% του συνόλου των σύγχρονων θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ διέτρεχε «υψηλό κίνδυνο» να έχει εξαλειφθεί μέσα στην επόμενη δεκαετία λόγω της αυτοματοποίησης. Σύμφωνα με έρευνα των «Financial Times» το 2020, η επέλαση των ρομπότ απειλεί 800 εκατ. θέσεις εργασίας.
Οι προτάσεις του, όμως, για «φρένο» σκοντάφτουν πάνω σε τρία βασικά εμπόδια, που εδράζονται στη χωρίς όρια απληστία:
1. Το κέρδος. Οι εταιρίες καλοβλέπουν την Τεχνητή Νοημοσύνη επειδή έχουν τεράστιο οικονομικό κίνητρο υπέρ της αντικατάστασης ανθρώπων από μηχανές και μοντέλα AI. Μια επιχείρηση που προσλαμβάνει εργαζομένους καταβάλλει μισθούς, φόρους, ασφαλιστικές εισφορές. Αντίθετα, όταν αντικαθιστά εργαζομένους με ρομπότ ή αυτοματισμούς, έχει μηδέν κόστη. Ο Γκέιτς προτείνει να μπουν νέες μορφές φορολόγησης, δηλαδή φόροι σε ρομπότ και φόροι στην υπολογιστική χρήση των συστημάτων AI, τα λεγόμενα «tokens», ώστε να περιοριστούν «τα κίνητρα για ανεξέλεγκτη αντικατάσταση εργαζομένων». Αυτό όμως δεν αρέσει καθόλου στις εταιρίες.
2. Ο ανταγωνισμός μεταξύ αμερικανικής – κινεζικής Τεχνητής Νοημοσύνης. Οι εταιρίες τεχνολογίας στις ΗΠΑ ενδιαφέρονται μόνο για να μη χάσουν την «πρωτιά» από την Κίνα, οι κοινωνίες δεν είναι προτεραιότητα. «Αν επιβραδύνουμε, θα μας προσπεράσουν άλλοι» είναι το μότο.
3. Το σημαντικότερο. Η «φούσκα» της AI. Οι τεχνολογικές εταιρίες δανείζονται δισεκατομμύρια για να αγοράζουν μικροτσίπ και να κατασκευάζουν χιλιάδες data centers. Η αξία των εταιριών AI αυξήθηκε κατά 27 τρισεκατομμύρια δολάρια τα τελευταία τρία χρόνια – ποσό ισοδύναμο με το 36% της αξίας ολόκληρης της χρηματιστηριακής αγοράς των ΗΠΑ σήμερα!
Μόνο που τα κέρδη που δημιουργούν οι εταιρίες AI είναι πολύ μικρά για να δικαιολογήσουν αυτές τις αποτιμήσεις. Δηλαδή, πρόκειται περί «φούσκας» που, όταν σκάσει, θα προκαλέσει γιγάντια οικονομική κρίση. Οπότε οι επενδυτές της AI θα συνεχίσουν την επέλαση με κάθε κόστος, για να καθυστερήσουν όσο μπορούν το σκάσιμο της «φούσκας».
