Συμπληρώνονται δύο δεκαετίες από την ημέρα που η καρδιά της Οριάνα Φαλάτσι έπαψε να χτυπά, όμως οι κραυγές αγωνίας που άφησε πίσω της εξακολουθούν να αντηχούν με τρόπο σχεδόν ανατριχιαστικό. Στο κοιμητήριο Allori της Φλωρεντίας, η επιγραφή στον τάφο της παραμένει ακριβώς όπως η ίδια το απαίτησε: «Oriana Fallaci, συγγραφέας». Μια γυναίκα που μισούσε τις δημόσιες σχέσεις και τις φτηνές εθιμοτυπίες, προτιμώντας να καταγράφεται ως μια ελεύθερη ψυχή που λάτρευε την αλήθεια περισσότερο από τη δημοτικότητα.
Γεννημένη το 1929 στη Φλωρεντία, η Φαλάτσι δεν έμαθε την ελευθερία από θεωρητικά βιβλία. Μόλις στα δεκατέσσερά της εντάχθηκε στην Ιταλική Αντίσταση κατά του ναζισμού. Γρήγορα όμως κατάλαβε ότι ο ολοκληρωτισμός δεν φοράει μόνο μία στολή. Απογοητευμένη από τις αριστερές ιδεοληψίες και τον κολεκτιβισμό που επιχειρούσε να φιμώσει την ατομική βούληση, έστρεψε την πλάτη της στους παλιούς της συντρόφους, κερδίζοντας την παντοτινή τους αντιπάθεια.
Ως πολεμική ανταποκρίτρια στο Βιετνάμ, στον Πόλεμο των Έξι Ημερών και στο Μεξικό —όπου ανασύρθηκε βαριά τραυματισμένη μέσα από το νεκροτομείο—, η Φαλάτσι δεν υπήρξε ποτέ μια ψυχρή παρατηρήτρια. Στις θρυλικές συνεντεύξεις της απογύμνωνε τους ισχυρούς της γης. Από τον Αγιατολάχ Χομεϊνί, στον οποίο πέταξε το τσαντόρ αποκαλώντας τον «τύραννο», μέχρι τον Χένρι Κίσινγκερ και τον Γιασέρ Αραφάτ, η Φαλάτσι δεν έπαιρνε συνεντεύξεις· διεξήγαγε ανακρίσεις. Απορρίπτοντας την «αντικειμενικότητα» ως μια βολική ευρωπαϊκή υποκρισία, διακήρυττε ανοιχτά: «Πρέπει να πάρουμε θέση. Η αντικειμενικότητα δεν υφίσταται — είναι ένα ψέμα ότι η αλήθεια βρίσκεται πάντα στη μέση».
Η «Οργή» για την κατάρρευση του δυτικού πολιτισμού
Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η Φαλάτσι έσπασε τη σιωπή της με το βιβλίο «Η Οργή και η Υπερηφάνεια», εξαπολύοντας μια αμείλικτη επίθεση κατά του επεκτατικού Ισλάμ και της εθελοτυφλίας των Ευρωπαίων. Είδε πρώτη τη Γηραιά Ήπειρο να μετατρέπεται σε «Ευραβία», μια πολιτισμική και πνευματική αποικία, προειδοποιώντας ότι η Δύση πεθαίνει από τη δική της μαλθακότητα.
«Αντί για μελλοντικούς ηγέτες, έχουμε μαλθακούς τύπους με ακριβά τζιν και ψευτοεπαναστάτες με κουκούλες. Γι’ αυτό οι κατακτητές βρισκουν τόσο εύκολο το έργο τους», σημείωνε με τη γνωστή, αιχμηρή της γλώσσα. Για τη Φαλάτσι, η υποχώρηση των δυτικών αξιών δεν ήταν απλώς μια πολιτική ήττα, αλλά ένας αυτοκαταστροφικός δικαιωματισμός. Στηλιτεύοντας την απώλεια της πολιτισμικής ταυτότητας, διακήρυττε πως «τη στιγμή που απαρνείσαι τις αρχές σου, είσαι ήδη νεκρός».
Το ελεύθερο τέλος μιας ασυμβίβαστης μαχήτριας
Έκτοτε, υπήρξε έντονη και σφοδρή επικρίτρια του επεκτατικού Ισλάμ· στην τελευταία της συνέντευξη πριν από τον θάνατό της, τον Ιούνιο του 2006 ,με αφορμή τα σχέδια ανέγερσης ενός τζαμιού κοντά στη Siena, στην ιδιαίτερη πατρίδα της, την Τοσκάνη δήλωσε στο περιοδικό *The New Yorker*: «Δεν θέλω να βλέπω αυτό το τζαμί, που βρίσκεται πολύ κοντά στο σπίτι μου στην Τοσκάνη. Δεν θέλω να βλέπω έναν μιναρέ ύψους 24 μέτρων σε ένα τοπίο που έχει ζωγραφίσει ο Giotto, τη στιγμή που στις χώρες τους δεν μου επιτρέπεται να φοράω σταυρό στον λαιμό ή να έχω μαζί μου Βίβλο. (…) Αν είμαι ακόμα ζωντανή, θα πάω στους φίλους μου στην Κ Carrara, την πόλη του μαρμάρου. Εκεί είναι όλοι αναρχικοί· θα προμηθευτώ εκρηκτικά από αυτούς και θα ανατινάξω το τζαμί».
Χτυπημένη από τον καρκίνο, τον οποίο αποκαλούσε «ο εισβολέας», η Οριάνα Φαλάτσι αρνήθηκε να πεθάνει σε κάποιο ψυχρό νοσοκομείο της Νέας Υόρκης. Επέστρεψε στην αγαπημένη της Φλωρεντία.
Έκτοτε, υπήρξε έντονη και σφοδρή επικρίτρια του επεκτατικού Ισλάμ στην τελευταία της συνέντευξη πριν από τον θάνατό της, τον Ιούνιο του 2006 ,με αφορμή τα σχέδια ανέγερσης ενός τζαμιού κοντά στη Siena, στην ιδιαίτερη πατρίδα της, την Τοσκάνη δήλωσε στο περιοδικό *The New Yorker*: «Δεν θέλω να βλέπω αυτό το τζαμί, που βρίσκεται πολύ κοντά στο σπίτι μου στην Τοσκάνη. Δεν θέλω να βλέπω έναν μιναρέ ύψους 24 μέτρων σε ένα τοπίο που έχει ζωγραφίσει ο Giotto, τη στιγμή που στις χώρες τους δεν μου επιτρέπεται να φοράω σταυρό στον λαιμό ή να έχω μαζί μου Βίβλο. (…) Αν είμαι ακόμα ζωντανή, θα πάω στους φίλους μου στην Κ Carrara, την πόλη του μαρμάρου. Εκεί είναι όλοι αναρχικοί· θα προμηθευτώ εκρηκτικά από αυτούς και θα ανατινάξω το τζαμί».
Άφησε την τελευταία της πνοή τον Σεπτέμβριο του 2006, με τους δικούς της όρους, παραμένοντας μέχρι την τελευταία στιγμή μια αμετανόητη εραστής της ελευθερίας.
Η κληρονομιά που άφησε δεν είναι ένα ευχάριστο ανάγνωσμα για τους θιασώτες των πολιτικά ορθών συμβιβασμών. Είναι μια διαρκής υπόμνηση ότι η ελευθερία δεν χαρίζεται, αλλά απαιτεί μάχη. Όπως έγραφε και η ίδια: «Όσοι αγαπούν τη ζωή δεν ξέρουν να συμβιβάζονται ή να υποτάσσονται. Όσοι αγαπούν τη ζωή στέκονται πάντα στο παράθυρο με ένα τουφέκι, έτοιμοι να την υπερασπιστούν».
