Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη μοιάζει το τελευταίο διάστημα να βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια αλληλουχία από εσωτερικές «φουρτούνες», οι οποίες αναδεικνύουν μια δομική αδυναμία διαχείρισης κρίσεων. Η τακτική της συστηματικής υποβάθμισης περιστατικών που εκθέτουν το πρωθυπουργικό περιβάλλον φαίνεται πως όχι μόνο δεν αποδίδει πλέον, αλλά επιστρέφει ως μπούμερανγκ, προκαλώντας ρωγμές στο κυβερνητικό αφήγημα.
Στην πρώτη γραμμή αυτής της ταραγμένης περιόδου βρίσκεται ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, ο οποίος έχει αναλάβει τον άχαρο ρόλο του «κυματοθραύστη» των αποκαλύψεων. Στην περίπτωση του Μακάριου Λαζαρίδη, ο κ. Μαρινάκης εκτέθηκε ανεπανόρθωτα, καθώς μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα αναγκάστηκε να αναιρέσει πλήρως τον εαυτό του. Εκεί που αρχικά παρείχε απόλυτη κάλυψη, δηλώνοντας με σιγουριά πως «δεν υπάρχει ζήτημα παραμονής» και κατηγορώντας την αντιπολίτευση για τοξικότητα, κατέληξε να περιγράφει την αποπομπή του στενού συνεργάτη του Πρωθυπουργού ως μια «αναπόφευκτη εξέλιξη».
Η μεταστροφή αυτή δεν ήρθε ως αποτέλεσμα πολιτικής ευθιξίας, αλλά υπό το βάρος της γενικευμένης κατακραυγής και της εσωκομματικής αναταραχής. Η δημόσια διαφοροποίηση της Ντόρας Μπακογιάννη λειτούργησε ως καταλύτης, αναγκάζοντας το Μαξίμου σε μια άτακτη υποχώρηση. Ο κ. Μαρινάκης εμφανίστηκε τελικά να «αδειάζει» τον κ. Λαζαρίδη, χαρακτηρίζοντας τις κινήσεις του «ατυχέστατες», την ώρα που λίγες μέρες πριν τις υπερασπιζόταν με σθένος.
Αυτή η εικόνα της κυβέρνησης, που άγεται και φέρεται από τις εξελίξεις, δίνει την αίσθηση ενός συστήματος εξουσίας που έχει χάσει τον έλεγχο. Η αντιπολίτευση στηλιτεύει την καθυστέρηση του Κυριάκου Μητσοτάκη να απομακρύνει έναν άνθρωπο που επί δύο εβδομάδες εξέθετε την παράταξη, αφήνοντας αιχμές για τις σχέσεις εξάρτησης στο εσωτερικό του Μεγάρου Μαξίμου.