Μέσα από τον προσωπικό μονόλογο «AI-MILIA», η Αιμιλία Υψηλάντη μετατρέπει τη σκηνή σε χώρο εξομολόγησης, μνήμης και διαλόγου με το σήμερα, μιλώντας για όσα αλλάζουν στον άνθρωπο, στην τέχνη και την επικοινωνία στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης.
- Από τον
Ηλία Μαραβέγια
Τι μένει τελικά αληθινό όταν αφηγούμαστε τη ζωή μας; Οι αναμνήσεις ή μήπως ο τρόπος που επιλέγουμε να τις ξαναχτίσουμε; Με αφορμή τη θεατρική παράσταση «AI-MILIA», που παρουσιάζεται στη σκηνή του «Αργώ», η Αιμιλία Υψηλάντη ανεβαίνει μόνη στη σκηνή και ξετυλίγει μια αφήγηση όπου το προσωπικό διασταυρώνεται με τη μνήμη μιας ολόκληρης γενιάς. Σε μια συζήτηση που κινείται από το θέατρο και την ανθρώπινη παρουσία έως την Τεχνητή Νοημοσύνη και τη σύγχρονη μοναξιά, η σπουδαία ηθοποιός μιλά με ειλικρίνεια στο «enjoy» για τον φόβο του μονολόγου, τη νέα γενιά καλλιτεχνών και τη δύναμη του θεάτρου να παραμένει ένας ζωντανός χώρος επικοινωνίας.
«AI-MILIA», ένας τίτλος-λογοπαίγνιο με το όνομά σας: μιλιά και ΑΙ (Τεχνητή Νοημοσύνη). Πόσο «τεχνητή» μπορεί να γίνει η αφήγηση της ζωής μας;
Επειδή είναι πολύ προσωπικός ο μονόλογος αυτός, αναζητούσαμε καιρό τον κατάλληλο τίτλο, καθώς αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο σε ένα πολιτιστικό προϊόν, διότι δίνει ένα σήμα περί τίνος πρόκειται στους μελλοντικούς θεατές. Ετσι, υπήρξε η ιδέα να έχει η παράσταση το όνομά μου, με έναν τρόπο, όμως, που να το ανακαλύψει το κοινό και όχι άμεσα. Να γίνει, δηλαδή, μέσα από ένα λογοπαίγνιο που να… κλείνει το μάτι στον θεατή ότι εδώ πρόκειται για κάτι που έχει κώδικες ανάγνωσης. Ετσι, όταν σπάσαμε το όνομά μου στα δύο, βάζοντας το «μιλιά» δεύτερο, αφενός θυμήθηκα μια γιαγιά μου στο χωριό που δεν μπορούσε να πει το όνομά μου και με φώναζε «Μιλιά», αφετέρου ότι είναι και η «ομιλία». Οταν, μάλιστα, χρησιμοποιήσαμε και λατινικούς χαρακτήρες, ανακαλύψαμε ότι τα δύο πρώτα γράμματα του ονόματός μου, θα μπορούσαν να είναι και η AI, δηλαδή η Τεχνητή Νοημοσύνη. Ενας μονόλογος που διαρκεί μιάμιση ώρα έχει σαφώς και τον χαρακτήρα μιας κατασκευής- όσο κι αν θέλει να πει τα πράγματα απλά και κατανοητά. Επομένως, αυτό που θα δει ο άλλος είναι ένα οργανωμένο σύνολο πραγμάτων. Υπάρχει ένας άνθρωπος που το έχει επιμεληθεί όλο αυτό, υπάρχει μουσική, υπάρχει φως, υπάρχει ένα κείμενο που θα πρέπει να περιέχει αρκετά στοιχεία και να μην είναι μονότονο ή να χειρίζεται μόνο ένα θέμα, αλλά πολλά, όπως συμβαίνει άλλωστε και στη ζωή ενός ανθρώπου. Πάντως, αυτό που δεν υπάρχει μέσα στην παράσταση είναι κάποιο στοιχείο Τεχνητής Νοημοσύνης, όπως την αντιλαμβανόμαστε και τη χρησιμοποιούμε. Φυσικά, θα μπορούσε η AI να επεξεργαστεί τα δεδομένα που δίνω μέσα από αυτόν τον μονόλογο και αύριο να απαντά πολύ ωραία για λογαριασμό μου. Δεν είναι μακριά, ξέρετε, από οτιδήποτε κάνει σήμερα η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Τα δεδομένα που δίνουμε στην Τεχνητή Νοημοσύνη, όμως, εμείς τα επιλέγουμε. Δεν είναι λοιπόν, κατά μία έννοια, τεχνητό και ελεγχόμενο από εμάς και το αποτέλεσμα που θα μας δώσει;
Σαφώς, αλλά υπάρχει ένα ζήτημα εδώ: μια επιλογή ποτέ δεν είναι τυχαία. Ακόμη κι όταν το νομίζουμε εμείς, τίποτα δεν είναι εντελώς τυχαίο. Κάποιος λόγος υπάρχει που επιλέγουμε, που μας έρχεται μια μνήμη, καταρχάς, και θέλουμε να τη μοιραστούμε, γιατί πολλά πράγματα δεν θέλουμε. Επομένως, δεν πρόκειται για κάτι εντελώς τεχνητό, αλλά για κάτι που πηγάζει από κάπου πιο ακούσια. Και η μνήμη έτσι λειτουργεί, ακούσια. Πρόκειται για έναν αλγόριθμο στον εγκέφαλο που συνδέει κάποια πράγματα. Εχει, λοιπόν, μια τεχνική, μια συνταγή, αλλά δεν είναι και μια κατασκευή την οποία μπορεί να ελέγξει ο άνθρωπος. Ετσι, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για κάτι που είναι τεχνικά καμωμένο. Το ένα είναι αυτό. Το δεύτερο είναι πως, όταν αυτά τα εκφράζει ένας άνθρωπος, φέρνει και την οντότητά του με όλα τα στοιχεία που έχει: το σώμα του, το συναίσθημά του, το μυαλό του, το ηχόχρωμα της φωνής του, τις κινήσεις των χεριών του. Κομίζει, λοιπόν, και όλα αυτά τα στοιχεία, τα οποία δεν μπορεί να είναι μηχανικά. Γιατί, αν το πάρουμε έτσι, μπορούμε να πούμε κι ένα κείμενο ότι είναι μηχανικό, αλλά ο ηθοποιός που έρχεται να βάλει την ανάσα του μέσα στις λέξεις δεν θα το κάνει με τρόπο μηχανικό. Επιπλέον, αλλιώς θα ερμηνεύσει το κείμενο ένας ηθοποιός και αλλιώς ένας άλλος. Στο θέατρο τίποτα δεν μπορεί να είναι τεχνητό, διότι πρόκειται για μια διαδικασία επικοινωνίας.
Πάντως, η Τεχνητή Νοημοσύνη μπαίνει όλο και περισσότερο στην τέχνη. Πρόσφατα έγινε γνωστό πως ο Βαλ Κίλμερ, ο οποίος πέθανε το 2025, «επιστρέφει» στη μεγάλη οθόνη μέσω τεχνολογίας AI, πρωταγωνιστώντας σε ταινία. Σας ανησυχεί αυτή η εξέλιξη;
Είναι πάρα πολύ νωρίς για να ξέρουμε πώς θα χρησιμοποιηθεί μελλοντικά αυτή η τεχνολογία. Το θέατρο έχει την ικανότητα να αφομοιώνει όλες τις τέχνες, ίσως αύριο να μπορέσει να αφομοιώσει και αυτό. Το θέατρο άρχισε χωρίς να έχει σκηνικά, είχε μόνο λόγο. Οταν ήρθαν τα σκηνικά και δη τα εντυπωσιακά σκηνικά, τα φοβηθήκαμε; Οχι, γιατί ήρθαν για να εξυπηρετήσουν μια ιστορία. Το θέατρο λέει πάντα μια ιστορία. Αν μέσα σε αυτήν μπορεί να αφομοιωθεί η Τεχνητή Νοημοσύνη, γιατί όχι; Αν εγώ, ας πούμε, έκανα τον συγκεκριμένο μονόλογο με ένα δικό μου avatar και είχαμε έναν διάλογο επί σκηνής, δεν θα είχε ενδιαφέρον; Μπορεί μια κακή χρήση αυτής της τεχνολογίας να δημιουργήσει προβλήματα διαφόρων ειδών, ωστόσο μια σωστή χρήση της θα μπορούσε να φέρει κάτι εντυπωσιακό. Φυσικά, πρέπει να υπάρχουν όρια. Το θέμα πάντα είναι τα όρια. Αυτό ισχύει για το καθετί.
Το προσωπικό σας υλικό διασταυρώνεται με μια συλλογική μνήμη στην «AI-MILIA». Πού τελειώνει η προσωπική ιστορία και πού αρχίζει η ιστορία μιας γενιάς;
Από τη στιγμή που ένας άνθρωπος ζει συγκεκριμένα χρόνια, η ζωή του συμβαδίζει με το τι γίνεται γύρω του, αρχίζοντας από τα πιο απλά πράγματα: τα ρούχα που φοράει, τα σχολεία που υπήρχαν εκείνη την εποχή, τις μουσικές που ακούγαμε. Γίνεται να ανασύρω μνήμες από τη ζωή μου και να μη μου έρθουν ταυτόχρονα και στοιχεία απ’ όλα τα παραπάνω; Ο άνθρωπος δεν είναι μια μονάδα που κάπου καλογερεύει, αλλά ένα κοινωνικό ον που ζει μέσα στον κόσμο και κάθε του ενέργεια επηρεάζεται από το γύρω περιβάλλον. Αρα, λοιπόν, κινούνται ταυτόχρονα και η προσωπική ιστορία και η ιστορία της γενιάς.
Είπατε πρόσφατα ότι «το θέατρο πρέπει να γεννάει χαρά». Πώς ορίζεται αυτή η χαρά όταν το υλικό ακουμπά και δύσκολες εμπειρίες;
Οταν βλέπουμε τον Οιδίποδα, που είναι ίσως η πιο τραγική ιστορία γύρω από την έννοια «άνθρωπος», και είναι μια ωραία και καλοδουλεμένη παράσταση, θα βγούμε έπειτα από το θέατρο με καλή διάθεση και θα πάμε σε ένα εστιατόριο να φάμε με τους φίλους μας και να συζητήσουμε γι’ αυτό το τραγικό που είδαμε και αισθανθήκαμε. Αυτό δεν είναι χαρά; Δεν είναι ψυχαγωγία; Μας ψυχαγωγεί η τραγική ιστορία του Οιδίποδα. Δεν έχει σημασία, λοιπόν, το θέμα που διαχειρίζεται ένα έργο τέχνης. Αν το διαχειρίζεται με σωστό και καλοδουλεμένο τρόπο, δημιουργεί ευχαρίστηση, ηδονή και χαρά.
Είναι δύσκολο θεατρικό είδος ο μονόλογος;
Κάθε είδος έχει τις δικές του δυσκολίες και ευκολίες. Ο μονόλογος έχει σίγουρα έναν φόβο, με την έννοια ότι δεν υπάρχει κανένας δίπλα σου για να δώσεις το χέρι σου. Είσαι ολομόναχος πάνω σε μια σκηνή, όπου μπορεί να συμβεί το πιο ανθρώπινο: να ξεχάσεις τι λέει παρακάτω το κείμενο. Αυτό είναι μια σοβαρή δυσκολία που θα κληθεί να αντιμετωπίσει ο ηθοποιός που μπαίνει στη διαδικασία να κάνει έναν μονόλογο. Οταν είσαι μέρος ενός θιάσου, έχεις δίπλα σου ανθρώπους που θα σου δώσουν μια ατάκα και κάπως θα μπορέσουν να σε βοηθήσουν να θυμηθείς τα λόγια σου, όταν και αν «κολλήσεις». Στον μονόλογο πρέπει κάπως να ξεπεράσεις αυτόν τον φόβο, να βρεις τρόπους να οργανώσεις τη μνήμη σου.
Ξεκινήσατε από τον κινηματογράφο της δεκαετίας του ’60 και έχετε φτάσει στο 2026. Ποια είναι η μεγαλύτερη αλλαγή που έχετε παρατηρήσει στον τρόπο που το θέατρο αλληλεπιδρά με την κοινωνία;
Το θέατρο αυτή τη στιγμή είναι πολύ πιο πολύπλοκο στη θεματολογία του. Παλιότερα, όταν βγήκα εγώ στο θέατρο, ήταν λιγότερες οι σκηνές και σαφώς τα πράγματα πολύ πιο περιορισμένα. Ας πούμε, ένα καλό ρεπερτόριο είχε το Θέατρο Τέχνης και το Εθνικό Θέατρο. Τα περισσότερα υπόλοιπα θέατρα έκαναν μία παράσταση που κρατούσε όλη τη σεζόν. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι, εκ των πραγμάτων, το ρεπερτόριο δεν είχε αυτή την ποικιλία που υπάρχει σήμερα. Φέτος, αν θυμάμαι καλά, είχαμε 1.600 παραστάσεις, ένα τεράστιο νούμερο. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κοινωνικό ή ανθρώπινο θέμα που να μην το έθιξε με κάποιον τρόπο μία από αυτές τις παραστάσεις. Το θέατρο πια έχει διευρύνει τους ορίζοντές του σε πάρα πολλά θέματα που δεν πραγματευόταν παλιά. Αυτός είναι ένας πλούτος που δεν τον είχαμε στη δική μας εποχή.
Λέγεται ωστόσο ότι παλιότερα το θέατρο είχε μεγαλύτερη πολιτική και κοινωνική δύναμη και ότι πλέον αποτελεί περισσότερο μια ατομική, εσωτερική εμπειρία. Αυτό πώς το βλέπετε;
Αυτό δεν έχει σχέση με το θέατρο, αλλά με το γενικότερο κοινωνικό περιβάλλον, διότι η έννοια της συλλογικότητας έχει πάει πάρα πολύ πίσω, έχει βγει πιο μπροστά το άτομο. Ο καθένας ό,τι εισπράττει από τον γύρω του κόσμο το βιώνει ως ένας μοναχικός καταναλωτής. Θα σας πω ένα παράδειγμα: εμείς δεν μπορούσαμε να φανταστούμε, στη δική μου εποχή, ότι θα πηγαίναμε να δούμε ένα θέατρο -που τότε οι παραστάσεις τελείωναν στις 12 τη νύχτα- και δεν θα καθόμασταν μετά κάπου, σε μια ταβέρνα, για παράδειγμα, για να συζητήσουμε γι’ αυτό που είδαμε. Σήμερα φεύγει ο άλλος από το θέατρο και πάει σπίτι του κατευθείαν, κι ας είναι 11 το βράδυ ή 10.30. Εχουν αλλάξει οι συνθήκες, τα έξοδα, η δομή της πόλης -αν ο άλλος, δηλαδή, μένει μακριά- οι ώρες εργασίας. Υπάρχει τέτοια διαφοροποίηση πια στη ζωή μας, που σαφώς κι αυτό έχει επηρεάσει και το πώς καταναλώνεται ένα θεατρικό προϊόν.
Πώς βλέπετε τη νέα γενιά ηθοποιών στην Ελλάδα; Διαθέτει περισσότερη ελευθερία ή περισσότερη ανασφάλεια;
Βγαίνουν πολλοί νέοι ηθοποιοί σήμερα. Αυτό είναι γεγονός. Οσο για την ανασφάλεια, πιστεύω πως είναι δεδομένη όχι μόνο στους καλλιτέχνες, αλλά σε κάθε νέο άνθρωπο που έχει πάρει κάποιο πτυχίο στα χέρια του και πιστεύει ότι με αυτό θα μπορέσει να δουλέψει την υπόλοιπη ζωή του. Σε πολλούς κλάδους λένε σήμερα ότι ανά δύο χρόνια θα πρέπει να προσαρμόζει ο άλλος τις δεξιότητές του σε ένα καινούργιο περιβάλλον – άνθρωποι που έχουν πάρει και ένα και δύο και πέντε πτυχία. Οι ηθοποιοί είμαστε μαθημένοι στην εργασιακή ανασφάλεια. Οποιος γίνεται ηθοποιός, πιστεύοντας πως θα έχει εργασιακή ασφάλεια, έχει κάνει τεράστιο λάθος. Είναι το πιο ανασφαλές επάγγελμα, αλλά πλέον η ανασφάλεια έχει περάσει στους περισσότερους εργασιακούς κλάδους.
Ποια είναι τα καλλιτεχνικά σας σχέδια, μετά τη «AI-MILIA»;
Θα παίζουμε στο θέατρο Αργώ μέχρι και το πρώτο Σαββατοκύριακο του Ιουνίου και μάλλον η παράσταση αυτή θα συνεχιστεί και τη νέα σεζόν, για ένα διάστημα.
Info: «AI-MILIA» με την Αιμιλία Υψηλάντη, κάθε Σάββατο στις 21.00 και Κυριακή στις 20.00 στο Θέατρο Αργώ, έως και τις 7/6. Κείμενο: Γιώργος Αγγελίδης, Αιμιλία Υψηλάντη. Σκηνοθετική επιμέλεια: Βασίλης Αποστολάτος.
