Εψές ξεκινήσαμε μια απόπειρα σχετικά επαγγελματικής σινεκριτικής του βίντεου (σ.σ.: το βίντεο σε γενική δεν μας κάνει βίντεου;) Κασιδιάρη – Μπαλτάκου. Ητο κάπως ελιτίστικη. Αναμενόμενο αυτό, διότι σινεφιλία και ελιτισμός είναι δίδυμα αδελφάκια – το πολύ ξαδέλφια. Επίσης, ο Μαλαισιανός συντάκτης που έχει πάρει την υπεργολαβία της γραπτής ανάλυσης (με αμοιβή 10 ρουπίες την ώρα) του οπτικού υλικού, το οποίο συντάραξε την Ελλάδα, είχε αναφορές (για να εντυπωσιάσει) σε διάφορους σκηνοθέτες και έργα που είναι μεν καλά και ωραία και διδακτικά και σπουδαία, αλλά αν πάει παρέα εφήβων να τα δει θα δηλώσουν ότι τους αρέσουν μόνο αν μετά την προβολή είναι υποχρεωμένοι να κάνουν αφισοκόλληση του ΚΚΕ, του ΣΥΡΙΖΑ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή σε κάτι από την κολεξιόν ΜΛ-ΚΚΕ, ΚΚΕ-ΜΛ, ΟΑΚΚΕ και τα συναφή. Στους οπαδούς των προαναφερθέντων σχηματισμών, αρέσει δεν αρέσει η ταινία, θα δηλώσουν ότι καραγούσταραν, αν υπάρχει σχετική κομματική γραμμή (αυτό ισχύει για το ΚΚΕ) ή αν απλούστατα τη σπάει στους δεξιούς. Οπότε τώρα θα το γυρίσουμε σε λίγο πιο βατό το ραπόρτο μας, για να μας καταλαβαίνουν και οι αμύητοι.
Τρέντι
Η γλώσσα που θα χρησιμοποιηθεί αντλήθηκε από θησαυρούς της ελληνικής σκέψης, όπως το περιοδικό «ΝΙΤΡΟ»: «Μάγκα μου, καλό το κομμάτι, αλλά δεν είναι και τόσο τρέντι. Το βαριέσαι. Δύο λεπτά και σαραντατόσα δευτερόλεπτα μέτρησα στην Ταγκ Χόιερ ρολογάρα μου, την οποία αγόρασα μαζί με μια Μαζεράτι και ένα τρίπατο στη Μύκονο, και δεν έγινε ούτε ένα φονικό. Ούτε ένα πιστολίδι της προκοπής, για να δω μαζί με το γκομενάκι που ήμανε παρέα, ούτε μια σκηνή σεξ ούτε δυο τρεις χιλιάδες βρομόλογα να ανάψουν τα αίματα ούτε γκατζετάκια δώθε κείθε να διαλέξουμε. Ασε που, με το επίπεδο που έχω και θέλω να μεταδώσω στους αναγνώστες μου, μου φαίνεται μανίκι να κάτσω να παρακολουθήσω προσεκτικά τόσο μεγάλους διαλόγους. Κουλτουριάρικο έδειχνε το βίντεο και έλεγε μέσα πολλά πολιτικά – δίχως να κάνουν οι τζέδες ούτε μια αναφορά στην πασοκάρα, που με έκανε μάγκα και ντερβίση και άνθρωπο. Οι φωτισμοί της κακιάς ώρας. Ο μπούμαν έλειπε σε άδεια και ο ήχος ήταν της πυρκαγιάς, και επαναλαμβάνω: Δεν ήταν καθόλου τρέντι το πακέτο».
Παναγιώτης Λιάκος

