Η τακτική του Αλ. Τσίπρα να γείρει αποκλειστικά στην Κλίντον και να μην ανοίξει διαύλους με τον Τραμπ δυσκολεύει τις ελληνικές θέσεις! Η μάχη στο κομβικό Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου και ο αινιγματικός ρόλος του ΔΝΤ
Από τον
Ανδρέα Καψαμπέλη
Η ανατροπή που σημειώθηκε με την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες επηρεάζει, αν δεν ανατρέπει, και τους σχεδιασμούς της ελληνικής κυβέρνησης για το θέμα του δημόσιου χρέους. Η πρόθεση του Αλ. Τσίπρα ήταν να αξιοποιήσει προς αυτή την κατεύθυνση την επίσκεψη του Μπαράκ Ομπάμα αυτή την εβδομάδα στην Αθήνα, έχοντας ποντάρει όμως στο σενάριο επικράτησης της Χίλαρι Κλίντον στις εκλογές της περασμένης Τρίτης.
Τώρα τα δεδομένα είναι πολύ διαφορετικά, όχι μόνο διότι η επιρροή του απερχόμενου προέδρου είναι πολύ περιορισμένη, ενδεχομένως και μηδενική, στη νέα κατάσταση που διαμορφώνεται, αλλά κι επειδή όλο το προηγούμενο διάστημα η ελληνική πλευρά δεν επιδίωξε να ανοίξει διαύλους με το στρατόπεδο του κ. Τραμπ.
Μηνύματα
Αντιθέτως, είχε γείρει αποκλειστικά, παρά τα μηνύματα που έρχονταν από την Αμερική, προς την πλευρά Κλίντον, φροντίζοντας μάλιστα να εκφράσει (εν μέσω της διεκδίκησης των χρισμάτων από τους υποψήφιους προέδρους) και την ευχή «να μη μας βρει και αυτό το κακό και εκλεγεί ο Τραμπ πρόεδρος των ΗΠΑ»…
Τελικά αυτό το -κατά τον ίδιο- «κακό» τον βρήκε και ο κ. Τσίπρας καλείται να διαχειριστεί με αυξημένη δυσκολία το ευρύτερο πλέγμα των ελληνοαμερικανικών σχέσεων που δεν περιορίζονται στην οικονομία, αλλά αφορούν και τις νέες γεωστρατηγικές ισορροπίες και συμμαχίες στην περιοχή.
Το βέβαιο είναι ότι τουλάχιστον έως την αλλαγή του έτους, οπότε θα αναλάβει επίσημα τα καθήκοντά της η νέα κυβέρνηση, δεν αναμένεται καμία ουσιαστική παρέμβαση από αμερικανικής πλευράς για το ζήτημα του χρέους. Ωστόσο, η 5η Δεκεμβρίου έχει αναδειχθεί ως κομβικής σημασίας ημερομηνία, καθώς έχει οριστεί ότι σε αυτή τη συνεδρίαση του Eurogroup θα ανοίξει η σχετική συζήτηση.
Τότε αναμένεται να παρουσιαστούν τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, τα οποία όμως συνδέονται με τη διαδικασία της αξιολόγησης παρουσιάζοντας αμοιβαία επίδραση, ιδίως ως προς το πώς και σε ποιον βαθμό η χώρα μας μπορεί να μειώσει το δημοσιονομικό έλλειμμά της. Αυτός είναι και ο λόγος που, σε αντίθεση με τις προηγούμενες φορές, η ελληνική κυβέρνηση «καίγεται» να έχει ολοκληρωθεί έως τότε η αξιολόγηση, μολονότι πολλοί εντός και εκτός Ελλάδας αμφισβητούν μια τέτοια δυνατότητα.
Χωρίς την ολοκλήρωση της αξιολόγησης συζήτηση δεν πρόκειται να ξεκινήσει, ενώ την ίδια ώρα το ΔΝΤ έχει θέσει προθεσμία έως το τέλος του 2016 για να αποφασίσει, ανάλογα με το πόσο βιώσιμο θα θεωρήσει το ελληνικό χρέος, σχετικά με την περαιτέρω συμμετοχή του στο πρόγραμμα.
Με απλά λόγια, όσο περισσότερο φανεί ότι η Ελλάδα καταφέρνει να μειώσει τις δαπάνες και να αυξήσει αντίστοιχα τα έσοδα τόσο μικρότερη θα είναι η αναγκαία ελάφρυνση και τόσο ευκολότερος θα καταστεί ο συμβιβασμός μεταξύ των απαιτήσεων του ΔΝΤ και της γερμανικής, κατά κύριο λόγο, κυβέρνησης, με φόντο τη μακροπρόθεσμη (και αρκετά… μακρινή) ελάφρυνση του χρέους.
Η πίεση που υφίσταται ο κ. Τσίπρας εκτός από οικονομική είναι και πολιτική, αφού έχει καταστήσει το θέμα του χρέους βασική παράμετρο του νέου αφηγήματός του και έχει εγκλωβιστεί από αυτό.
Η πραγματική διαγραφή τμήματος του χρέους στα πρότυπα εκείνης που έγινε για τη Γερμανία το 1953 στο Λονδίνο (το περίφημο «κούρεμα») έχει εγκαταλειφθεί προ πολλού. Ακόμη, όμως, και η συζήτηση για το λεγόμενο «μεσομακροπρόθεσμο» πακέτο πηγαίνει, όπως είναι ήδη γνωστό, για το 2018, μετά τις γερμανικές εκλογές.
Ο Β. Σόιμπλε ζητεί αναβολή μέχρι τη λήξη της παράτασης του ελληνικού προγράμματος και ισχυρίζεται πως ο ανασχεδιασμός αρκεί για μια περιορισμένη «ανάλυση βιωσιμότητας» δεκαετούς ορίζοντα, την οποία θέλει το ΔΝΤ με βάση τη γενική μεθοδολογία του.
Αστάθειες
Από τη στιγμή, μάλιστα, που άλλαξε το πολιτικό σκηνικό στην Αμερική και στον βαθμό που η νέα κυβέρνηση Τραμπ παραμείνει αδιάφορη ή αμέτοχη στο ελληνικό πρόβλημα, η πλευρά του κ. Τσίπρα βρίσκεται σε ακόμη μεγαλύτερη εξάρτηση από τον ευρωπαϊκό παράγοντα και τις δικές του αστάθειες.
Η ελληνική κυβέρνηση έχει υιοθετήσει την ορολογία για «ελάφρυνση χρέους» η οποία δεν περιλαμβάνει την ονομαστική απομείωσή του και την αναδιάρθρωσή του, αλλά τον ανασχεδιασμό της κατανομής του.
Τα λεγόμενα «βραχυπρόθεσμα μέτρα» αφορούν την περαιτέρω εξομάλυνση των περιόδων αποπληρωμής και την παρουσίαση από τον ESM και την ΕΚΤ προγράμματος προστασίας της Ελλάδας από μελλοντικές αυξήσεις των επιτοκίων.
Συγκεκριμένα, όπως έχουν δηλώσει και εκπρόσωποι του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), εξετάζεται η δυνατότητα η μέση διάρκεια αποπληρωμής, που είναι σήμερα 28 χρόνια, να αυξηθεί στα 32,5 χρόνια, ενώ σε ό,τι αφορά τα επιτόκια μελετάται η άρση μίας μεγάλης αύξησης των επιτοκίων το 2017 για ένα μικρό μέρος του ελληνικού χρέους.




