Το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ ανεβάζει κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ.
Κ ατά 7 ποσοστιαίες μονάδες μεγαλύτερη είναι η πραγματική ανεργία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ. Συγκεκριμένα, στην ενδιάμεση έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ εκτιμάται ότι το πραγματικό ποσοστό της ανεργίας ανέρχεται στο 30,8% κατά το β΄ τρίμηνο του 2016.
Αντίθετα, σύμφωνα με την ΕΛ.ΣΤΑΤ., κατά την ίδια περίοδο η ανεργία ανερχόταν στο 23,1% του εργατικού δυναμικού. Συγκεκριμένα, η ΕΛ.ΣΤΑΤ. βλέπει 1.112.575 ανέργους, ενώ το ποσοστό 30,8% το οποίο εκτιμά το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για την ανεργία αντιστοιχεί σε 1.482.915.
Με άλλα λόγια, το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ δίνει πάνω από 370.000 περισσότερους ανέργους. Πού οφείλεται αυτή η τεράστια απόκλιση μεταξύ των εκτιμήσεων της ΕΛ.ΣΤΑΤ. και του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ; Οπως εξηγεί το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ: «Σύμφωνα με την ΕΛ.ΣΤΑΤ. απασχολούμενος νοείται οποιοσδήποτε εργάζεται έστω και μία ώρα κατά την εβδομάδα αναφοράς της Ερευνας Εργατικού Δυναμικού.
Συνεπώς, το επίσημο ποσοστό της ανεργίας υποεκτιμά το πραγματικό ποσοστό της. Για τον υπολογισμό ενός δείκτη που θα προσεγγίζει καλύτερα τα επίπεδα της πραγματικής ανεργίας προσθέτουμε στους ανέργους το δυνάμει πρόσθετο εργατικό δυναμικό (ανθρώπους που αναζητούν εργασία, αλλά δεν είναι διαθέσιμοι κατά την περίοδο της έρευνας, και αυτούς που είναι διαθέσιμοι, αλλά δεν αναζητούν εργασία) καθώς και τους εργαζομένους που υποαπασχολούνται. Με βάση αυτά τα στοιχεία, κατά το β΄ τρίμηνο του 2016 το ποσοστό της πραγματικής ανεργίας ανήλθε σε 30,8%, οριακά χαμηλότερα από το αντίστοιχο τρίμηνο του 2015, που ήταν 31,7%».
Σύμφωνα με άλλη μελέτη του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ, η μακροχρόνια ανεργία ανέρχεται σε 72,2% του συνόλου των ανέργων, ενώ ο νομοθετημένος κατώτατος μισθός, ο οποίος είναι χαμηλότερος του 60% της διαμέσου των μισθών, ουσιαστικά θεσμοθετεί έναν «μισθό φτώχειας». Οι συντάκτες της έκθεσης εκτιμούν μάλιστα ότι «δεδομένων των δημογραφικών και άλλων παραμέτρων, η αποκλιμάκωση της ανεργίας σε ποσοστά αντίστοιχα με αυτά του 2008 θα χρειαστεί περίπου 20 χρόνια»!
Στην έκθεση σημειώνεται επίσης ότι η απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων έχει προκαλέσει τη σταθερή άνοδο της μερικής απασχόλησης, τη χειροτέρευση βασικών δεικτών προστασίας της απασχόλησης κ.ά.



