Τον επικαιροποιημένο κατάλογο των φαρμάκων που βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα έδωσε στη δημοσιότητα ο Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, επιβεβαιώνοντας ότι το πρόβλημα των ελλείψεων όχι μόνο παραμένει, αλλά αποκτά πλέον δομικά χαρακτηριστικά.
Τα τελευταία χρόνια, τα περιστατικά περιορισμένης διαθεσιμότητας φαρμάκων έχουν γίνει συχνότερα και σαφώς πιο σύνθετα. Διαταραχές στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα, προβλήματα στην παραγωγή, πανδημίες, ελλείψεις πρώτων υλών αλλά και αιφνίδιες αυξήσεις της ζήτησης συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα, το οποίο επηρεάζει άμεσα την πρόσβαση των ασθενών στη φαρμακευτική αγωγή.
Η πίεση αυτή μεταφέρεται ευθέως στα συστήματα υγείας και στους επαγγελματίες του χώρου. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2024 τα φαρμακεία της κοινότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αφιέρωναν κατά μέσο όρο περισσότερες από 10 ώρες την εβδομάδα αποκλειστικά για τη διαχείριση των ελλείψεων -χρόνος που χάνεται από τη φροντίδα των ασθενών και καταναλώνεται σε αναζητήσεις, αντικαταστάσεις και επικοινωνία με προμηθευτές.
Εμπαιγμός από τον Θεμιστοκλέους
Κι όμως, την ώρα που οι λίστες του ΕΟΦ διευρύνονται και οι φαρμακοποιοί περιγράφουν μια καθημερινότητα διαρκούς «κυνηγητού» φαρμάκων, η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα.
Ο Υφυπουργός Υγείας, Μάριος Θεμιστοκλέους, σε συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ υποστήριξε ότι «η κατάσταση έχει βελτιωθεί σημαντικά», τονίζοντας ότι τα τελευταία δύο χρόνια λειτουργεί ένα οργανωμένο σύστημα στον ΕΟΦ και στο Υπουργείο Υγείας για τη συστηματική παρακολούθηση των ελλείψεων.
Ο ίδιος απέδωσε τα προβλήματα σε «προσωρινές δυσλειτουργίες» της εφοδιαστικής αλυσίδας ή της παραγωγής, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για φαινόμενο πανευρωπαϊκής κλίμακας και διαβεβαιώνοντας πως «είμαστε εκεί και τις αντιμετωπίζουμε άμεσα».
Ωστόσο, η εικόνα αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα δεδομένα της αγοράς και τις επίσημες ανακοινώσεις του ίδιου του ΕΟΦ. Όταν οι κατάλογοι περιορισμένης διαθεσιμότητας επικαιροποιούνται διαρκώς και οι ελλείψεις χαρακτηρίζονται πλέον «συχνότερες και πιο σύνθετες», οι δηλώσεις περί «σημαντικής βελτίωσης» μοιάζουν περισσότερο με επικοινωνιακή διαχείριση παρά με αντανάκλαση της πραγματικής κατάστασης.
Η παρακολούθηση των ελλείψεων, όσο απαραίτητη κι αν είναι, δεν ισοδυναμεί με επίλυση του προβλήματος. Και όσο οι ασθενείς συνεχίζουν να αναζητούν βασικά σκευάσματα και οι φαρμακοποιοί να αφιερώνουν ώρες για να καλύψουν κενά, η απόσταση ανάμεσα στις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις και την καθημερινή εμπειρία της κοινωνίας παραμένει ανησυχητικά μεγάλη.

