Αν σέβεσαι την ανάγκη του λαού για ενημέρωση, αυτό το νευραλγικό πόστο δεν το παραδίδεις στον πρώτο τυχόντα
- Από τον Γιώργο Χατζηδημητρίου
Δουλειά ενός συνηθισμένου κυβερνητικού εκπροσώπου είναι, σε συνεννόηση με τον πρωθυπουργό, να ενορχηστρώνει και να προβάλλει καθημερινά την ειδυλλιακή εκδοχή των πραγμάτων. Δουλειά των κανονικών δημοσιογράφων είναι να την αμφισβητούν και να ανακαλύπτουν με επιμονή τις ρωγμές από τις οποίες μπάζει η επίσημη αφήγηση.
Το παιχνίδι αυτό έχει κανόνες. Βασίζεται στην αμοιβαία αποδοχή των ρόλων και στις άκαμπτες αρχές της δεοντολογίας που περιορίζουν τις πιθανότητες παρεξηγήσεων και υποκειμενικής ερμηνείας των ιδιοτήτων εκάστου. Δεν είναι υποχρεωτικό ένας κυβερνητικός εκπρόσωπος να είναι ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου. Και δεν γίνεται να αρέσει σε όλους.
Οφείλει όμως να διακρίνει τα όριά του, να διαθέτει καλλιέργεια, να γνωρίζει άψογα ελληνικά, ώστε να εκφράζεται με σαφήνεια και να μην καταφεύγει όταν «τα προκόβει» στην ευτελή δικαιολογία «οι δηλώσεις μου παρερμηνεύτηκαν», να έχει αίσθηση του ιστορικού χρόνου, να είναι φίλεργος, να αισθάνεται «τι συμβαίνει εκεί έξω», να είναι ευφυής, ψύχραιμος, έντιμος, χαλκέντερος, ευγενής, αξιοπρεπής, να σέβεται τους δημοσιογράφους, να μην είναι αλαζόνας και επηρμένος, να έχει ευστροφία, χιούμορ και γρήγορες αντιδράσεις.
Υπάρχουν κι άλλα τόσα, στέκομαι όμως εδώ. Τι από τα παραπάνω διαθέτει ο Παύλος Μαρινάκης; Οσα και ο πολιτικός του προϊστάμενος Κυριάκος Μητσοτάκης, που του εμπιστεύτηκε αυτό το ηλεκτρικό πόστο: σχεδόν τίποτε! Το χαμηλό ήθος τους είναι απελπιστικά κοινό.
Φέρνω συνειρμικά στον νου τον Τάκη (Παναγιώτη) Λαμπρία, πρώτο κυβερνητικό εκπρόσωπο της Μεταπολίτευσης στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος του Κωνσταντίνου Καραμανλή (1974), αυτόν τον ογκόλιθο της (κανονικής) δημοσιογραφίας, για να υποδείξω από ποιο ύψος κατρακυλήσαμε έως εδώ. Υποθέτω βάσιμα ότι σε κάτι ανθυπομετριότητες τύπου Μαρινάκη ή κάτι «ψωνισμένους» τύπου Σκέρτσου (ναι, πέρασε κι αυτός από κει) δεν θα άφηνε να του λύσουν ούτε καν τα κορδόνια!
Από τη δουλειά αυτή πέρασαν άλλοτε συγκλονιστικά κι άλλοτε απλώς σπουδαία μεγέθη. Αλλά διέθεταν όλοι υπολογίσιμο ίσκιο. Δεν ήταν κομματικές φλούδες βυθισμένες στην άγνοια και στον κομματικό φανατισμό. Δεν περιφρονούσαν τους πολιτικούς αντιπάλους, ούτε έσπερναν καθημερινά τοξικότητα και μίσος κομματιάζοντας το δημόσιο ήθος.
Εχει περάσει για βραχύ διάστημα ο άνευ περαιτέρω συστάσεων Προκόπης Παυλόπουλος, ο συνετός Θοδωρής Ρουσόπουλος, ο υψιπετής Βύρων Πολύδωρας με τους ανεπανάληπτους αρχαϊσμούς του. Πέρασε ο Δημήτρης Ρέππας, ένας πολιτικός που μοίρασε δίκαια το καρπούζι χωρίς να υποτιμά τα μικρότερα «μαγαζιά» και ξέρω καλά τι λέω, ο Κώστας Λαλιώτης (όσο κι αν εκνεύριζε κάποιους), ο ευγενής και πράος Τηλέμαχος Χυτήρης και άλλοι πολλοί. Ουδείς απείλησε δημοσιογράφο με νομικές συνέπειες για υποβληθείσα ερώτηση.
Αν σέβεσαι την ανάγκη του λαού για ενημέρωση, αυτό το νευραλγικό πόστο δεν το παραδίδεις στον πρώτο τυχόντα που έτυχε να ξέρει και λίγα κολλυβογράμματα, με μοναδικό προσόν ότι πρόκειται για αυτοδίδακτο τραμπούκο της «Ομάδας Αλήθειας». Το παιδί είναι μακριά νυχτωμένο. Δεν κάνει.
Και, από την άλλη, είναι και η κατάντια του δικού μας κλάδου. Προϊόντος του χρόνου η ενημέρωση των συντακτών έχασε την αίγλη της. Λιγοστέψαν και τα μεγέθη και, δυστυχώς, τα νέα παιδιά, όπως διαπίστωνε έκπληκτος το «Αφεντικό», ο ανεπανάληπτος Κώστας Παπαϊωάννου στο «Ποντίκι», πήγαιναν στο Press Room χωρίς να έχουν διαβάσει τις πρωινές εφημερίδες. Πολλοί πήγαιναν για να αποκτήσουν κάποιο κύρος που δεν άξιζαν. Οι συνέπειες φάνηκαν προχθές. Ενας αχρείος εκπρόσωπος να απειλεί δημοσιογράφο και οι υπόλοιποι να παρακολουθούν αμέτοχοι.
Αν είχε απέναντί του τους δημοσιογράφους που εκτιμώ και συγκροτούν μια πνευματική αγορά στην οποία με τις ταπεινές δυνάμεις μου «αναφέρομαι», ο Μαρινάκης δεν θα ‘ξερε από πού να φύγει.
Από τη στήλη «Σχοινί κορδόνι» της «Δημοκρατίας»



