«Και τι θα ντυθούμε στο πάρτι;» Ηταν κάθε χρόνο το μεγάλο μας πρόβλημα. Τότε δεν είχαμε χρήματα να νοικιάσουμε στολές ούτε υπήρχε Jumbo όπου αγοράζεις στολή μιας χρήσεως με λίγα χρήματα. Τότε, αν δεν είχες στολή, έπρεπε… να φτιάξεις μία!
Οι λύσεις ήταν πολλές! Καταρχάς μπορούσες να ντυθείς μάγκας. Φορούσες ένα παντελόνι του πατέρα σου, φαρδύ οπωσδήποτε, γύριζες τα μπατζάκια, έβαζες και μια ψεύτικη αλυσίδα να κρέμεται από τη θηλιά της ζώνης και να μπαίνει στην τσέπη (δήθεν και καλά ρολόι τσέπης), φορούσες ένα πουκάμισο του μεγαλύτερου αδελφού, έδενες ένα μαντίλι στον λαιμό και από πάνω ένα οποιοδήποτε σακάκι. Υστερα έκαιγες στην άκρη με το κερί έναν φελλό κι έβαφες μουστάκια και φαβορίτες, φορούσες και το καβουράκι του παππού σου και… γινόσουνα μάγκας!
Αλλος, πάλι, φορούσε ένα καρό παντελόνι της μάνας του, που ήταν πιο στενό από του πατέρα, ένα πουκάμισο καρό κι ένα γιλέκο. Κρεμούσε στη μέση μια πλαστική ζώνη με θήκη κι ένα επίσης πλαστικό περίστροφο, φορούσε ένα καπέλο, έφτιαχνε και ένα μουστάκι «ποντικοουρά» και γινόταν καμπόης (καουμπόι δηλαδή).
Υπήρχε επίσης και ο Ζορό. Μια μαύρη μάσκα, ένα μαύρο παντελόνι, ένα λευκό πουκάμισο, το μαύρο διπλόφαρδο τσεμπέρι της γιαγιάς για μπέρτα, ένα ψεύτικο σπαθί και ήσουνα ο διώκτης των κακών και ο υπερασπιστής της φτώχειας! Ο Ζορό αυτοπροσώπως! Τα κορίτσια δεν είχαν πρόβλημα. Μια κοντή φουστίτσα, ένα λευκό κολάν, ένα φανταχτερό πανωφόρι και ήτανε μπαλαρίνες, χορεύτριες κι ό,τι φανταστείς.
Είχαμε και τις Σπανιόλες, που τους έβαφαν οι μανάδες τα χείλη και τα μάτια και φορούσαν και μια καμέλια στο μαλλί κι εμείς λιώναμε ποιος θα τις χορέψει με υπόκρουση την «Ισπανική υποχώρηση» ή το «Ελ Μπαντίντο», που αργότερα το χόρευε ως πράκτωρ Θου-Βου ο Βέγγος! Αλλά και οι γονείς δεν πήγαιναν πίσω. Εγώ θυμάμαι τον πατέρα μου να ντύνεται πότε πειρατής, πότε αστυνομικός (με τα ρούχα ενός φίλου μας) και πότε… γιατρός, φορώντας απλώς την ιατρική του ποδιά και τα ακουστικά του και βάφοντας ψεύτικα μουστάκια και φαβορίτες. Η μαμά, πάλι, είχε μια στολή μαρκησίας, με μια λευκή περούκα και ήταν πάντα το κλου στα αποκριάτικα-της-στιγμής-πάρτι που αποφασίζονταν Παρασκευή και γίνονταν, ρεφενέ, Σάββατο!
Το διασκέδαζα μέχρι την ώρα που ο μπαμπάς έκλεινε το πικάπ και έλεγε: «Και τώρα θα μας παίξει πιάνο ο Δημητράκης». Και καθόμουν ο δύστυχος, δώδεκα ετών παιδάκι, κι έπαιζα «Λε-μωρέ-λέμο-νάκι μυρωδάτο», έπαιζα «Στης ακρίβειας τον καιρό», έπαιζα «Σε γέλασε, Παρασκευούλα μου» και το σουξέ ήταν η «Γερακίνα» που, όταν έφτανα στο «ντρουμπου-ντρουμπου-ντρουμ, τα βραχιόλια της βροντούν», γινόταν χαμός! Πόσο μου λείπουν εκείνα τα χρόνια! Πόσο μου λείπουν!
Η ΑΚΙΣ


