Η ακτινογραφία της οικοδομικής δραστηριότητας για το 2025, όπως αποτυπώνεται στα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, φέρνει στο φως μια αγορά δύο ταχυτήτων.
Oι ανάγκες της μέσης ελληνικής οικογένειας για στέγαση παραμερίζονται μπροστά στις κατασκευές πολυτελείας. Ενώ η χώρα βυθίζεται στην κρίση της στεγαστικής ακρίβειας, τα βόρεια και τα νότια προάστια της Αττικής αναδεικνύονται σε προνομιακά πεδία «μάχης» για τους εργολάβους, την ίδια ώρα που σε πανελλαδικό επίπεδο καταγράφεται μια ανησυχητική υποχώρηση της κατασκευαστικής ορμής.
Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα, το τελευταίο δωδεκάμηνο του 2025 έκλεισε με συνολικά 30.199 οικοδομικές άδειες σε ολόκληρη την επικράτεια, αριθμός που μεταφράζεται σε μια κάμψη της τάξης του 2,6% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Ακόμη πιο αποκαλυπτική της ύφεσης που πλήττει τον κλάδο είναι η σημαντική μείωση κατά 9,7% στη συνολική επιφάνεια των νέων κτισμάτων, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η ιδιωτική οικοδομική πρωτοβουλία ασφυκτιά υπό το βάρος του αυξημένου κόστους υλικών και της γενικότερης οικονομικής αβεβαιότητας που βιώνει ο τόπος.
Στον αντίποδα αυτής της γενικής επιβράδυνσης, η Αττική μοιάζει να κινείται σε δικό της ρυθμό, με τον Βόρειο Τομέα Αθηνών να κρατά τα σκήπτρα της δραστηριότητας. Περιοχές όπως η Κηφισιά, το Χαλάνδρι και το Μαρούσι συγκεντρώνουν τη μερίδα του λέοντος στις νέες άδειες, με τον συνολικό αριθμό για τα βόρεια προάστια να φτάνει τις 346. Η τάση αυτή μαρτυρά μια στροφή των κεφαλαίων σε ασφαλείς, ακριβές περιοχές, όπου το αγοραστικό ενδιαφέρον παραμένει υψηλό παρά τις απαγορευτικές τιμές για τον μέσο πολίτη.
Ανάλογη εικόνα επικρατεί και στο παραλιακό μέτωπο, όπου τα νότια προάστια συνεχίζουν να ελκύουν κατασκευαστικά συμφέροντα, με επίκεντρο τη Γλυφάδα, το Ελληνικό, την Αργυρούπολη και το Παλαιό Φάληρο. Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η έντονη δραστηριότητα στον Δήμο Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης, όπου εκδόθηκαν 97 άδειες, επιβεβαιώνοντας πως η «Αθηναϊκή Ριβιέρα» παραμένει το επίκεντρο του ενδιαφέροντος για οικιστικά projects που απευθύνονται σε υψηλά βαλάντια, την ώρα που η λαϊκή κατοικία στις υποβαθμισμένες περιοχές παραμένει στα αζήτητα.
Η συνολική εικόνα της χώρας, με τη μείωση όχι μόνο στον αριθμό των αδειών αλλά και στον όγκο των κατασκευών κατά 3%, αποκαλύπτει το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει ο κατασκευαστικός κλάδος. Η ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα, που κάποτε αποτελούσε την ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας, δείχνει σημάδια κόπωσης, καθώς η κυβερνητική πολιτική αποτυγχάνει να ανακόψει το κύμα της ακρίβειας. Τελικά, η οικοδομή του 2025 φαίνεται πως αφορά μια κλειστή ελίτ, αφήνοντας την υπόλοιπη Ελλάδα να παρακολουθεί από μακριά τον μετασχηματισμό των προαστίων της χλιδής.


