Οι κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατέληξαν σε συμφωνία που διευκολύνει τη ροή ιδιωτικών κεφαλαίων, τα οποία προορίζονται για πράσινες δραστηριότητες, προς εταιρείες που αναπτύσσουν νέα έργα ορυκτών καυσίμων.
Η εξέλιξη αυτή επιτρέπει σε πετρελαϊκούς ομίλους, οι οποίοι δαπανούν δισεκατομμύρια σε νέες πετρελαιοπηγές και κοιτάσματα φυσικού αερίου, να συμπεριλαμβάνονται σε βιώσιμα επενδυτικά ταμεία. Μοναδική προϋπόθεση είναι να επενδύουν παράλληλα σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, υδρογόνο ή τεχνολογίες δέσμευσης άνθρακα.
Η χαλάρωση των κανόνων της Κομισιόν
Η συγκεκριμένη απόφαση αποδυναμώνει την αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία στόχευε στην αυστηρή διοχέτευση πόρων μόνο σε επιχειρήσεις που μετασχηματίζονται πραγματικά. Η Κομισιόν επεδίωκε τον σαφή διαχωρισμό μεταξύ των αμιγώς «πράσινων» κεφαλαίων και των λεγόμενων «μεταβατικών» ταμείων, ώστε να προστατεύσει τους καταναλωτές από φαινόμενα παραπλάνησης και να φέρει διαφάνεια στον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Ενώ η ανάγκη πρόσβασης των εταιρειών σε κεφάλαια για την απανθρακοποίηση είναι γενικά αποδεκτή, περιβαλλοντικές οργανώσεις επισημαίνουν ότι οι τροποποιήσεις των κρατών-μελών ξεπερνούν τα όρια, προδίδοντας την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Το όριο του 20% και οι γεωπολιτικές ισορροπίες
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται η αναθεώρηση του Κανονισμού για τις Γνωστοποιήσεις Αειφορίας στον Χρηματοπιστωτικό Τομέα (SFDR). Η Κομισιόν ζητούσε τον αποκλεισμό των εταιρειών που χρηματοδοτούν νέα έργα ορυκτών καυσίμων, καθώς η δραστηριότητα αυτή έρχεται σε αντίθεση με τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού για το κλίμα.
Αντίθετα, οι κυβερνήσεις της ΕΕ προτείνουν τη συμπερίληψή τους, εφόσον διαθέτουν τουλάχιστον το 20% των ετήσιων καθαρών επενδύσεών τους (CapEx) σε πράσινα έργα. Η θέση αυτή ευθυγραμμίζεται με τα επιχειρήματα του ενεργειακού κλάδου, ο οποίος υποστηρίζει ότι οι νέες εξορύξεις είναι απαραίτητες για τη μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από εισαγωγές, ιδιαίτερα εν μέσω της κρίσης και των συγκρούσεων στο Ιράν.
