Με τον υδράργυρο τις τελευταίες ημέρες να σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο σε Γαλλία, Ελβετία, Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο και τις θερμοκρασίες να ξεπερνούν τους 40 βαθμούς Κελσίου, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν από τους πιο ακραίους, πρώιμους και εκτεταμένους καύσωνες που έχουν καταγραφεί. Και σύμφωνα με ανάλυση της ομάδας ClimateHub, του κόμβου πληροφόρησης για την Ενέργεια και την Κλιματική Αλλαγή στην Ελλάδα, οι καύσωνες στην Ευρώπη αναμένονται πιο συχνοί, πιο πρώιμοι και σημαντικά πιο έντονοι.
Η ομάδα του ClimateHub, η οποία συντονίζεται από την ομάδα NOA-ReACT του Ινστιτούτου Αστρονομίας Αστροφυσικής Διαστημικών Εφαρμογών και Τηλεπισκόπησης (ΙΑΑΔΕΤ)/Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και υποστηρίζεται από το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Συνεργασίας της Υπηρεσίας Παρακολούθησης Κλιματικής Αλλαγής Copernicus C3S (Copernicus Climate Change Service National Collaboration Programme – C3S NCP), ανέλυσε ιστορικά δεδομένα για τον αριθμό των ημερών καύσωνα ανά ευρωπαϊκή χώρα. Όπως προκύπτει από την ανάλυση, «αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι το αποτέλεσμα μιας σταθερής και επιταχυνόμενης αυξητικής τάσης της παγκόσμιας θερμοκρασίας», ενώ τα μακροχρόνια στοιχεία δείχνουν ότι η Ευρώπη εξελίσσεται σε μια ήπειρο δύο ταχυτήτων, με κοινή όμως ανοδική πορεία ως προς τη συχνότητα και την ένταση των ακραίων θερμών επεισοδίων.
Στην Κεντρική Ευρώπη, τα δεδομένα δείχνουν ότι υπάρχει μια σταθερή, στατιστικά σημαντική αύξηση των ημερών καύσωνα, ενώ τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια σαφής επιτάχυνση της κλιματικής πίεσης. Για την Ελλάδα, οι ερευνήτριες/ες της ομάδας του Climatehub εξηγούν ότι σε αντίθεση με τις χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης που τώρα μαθαίνουν να ζουν με συχνότερους καύσωνες, «η Ελλάδα ξεκινά από μια πολύ υψηλότερη βάση αναφοράς, έχοντας ήδη ένα μεγάλο αριθμό ημερών καύσωνα ετησίως». Κατά την τριακονταετία 1991-2020, η χώρα μας κατέγραψε σταθερά θετική τάση αύξησης των ημερών καύσωνα ενώ όπως υπογραμμίζουν τα μέλη της ομάδας, η περίοδος 2020-2025 δείχνει ότι το φαινόμενο αποκτά νέα χαρακτηριστικά: «οι καύσωνες δεν είναι απλώς πιο θερμοί, αλλά έχουν μεγαλύτερη διάρκεια και εμφανίζονται πλέον πολύ νωρίτερα μέσα στο έτος».
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, φέτος η μέση ημερήσια θερμοκρασία σε περιοχές της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης εκτινάχθηκε σε επίπεδα έως και 10 ° C με 15 ° C πάνω από τα κανονικά κλιματικά επίπεδα για την εποχή. Η απότομη αυτή μετάβαση από έναν σχετικά δροσερό Μάιο σε ακραίες συνθήκες οδήγησε στο να καταρριφθούν ιστορικά θερμοκρασιακά ρεκόρ σε χώρες όπως η Αυστρία, το Βέλγιο, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η Υπηρεσία Copernicus (C3S) υπογράμμισε ότι η ταχύτητα της θερμικής εισβολής στα τέλη Μαΐου δεν άφησε κανένα περιθώριο προσαρμογής στους πληθυσμούς, τις καλλιέργειες και τα τοπικά οικοσυστήματα, επιτείνοντας την ξηρασία και μειώνοντας δραματικά τη ροή των ποταμών στην Κεντρική Ευρώπη.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από τον καύσωνα που είναι σε εξέλιξη αυτές τις ημέρες, με την Κεντρική και τη Δυτική Ευρώπη να βιώνουν ένα πρωτοφανές κύμα. Παρόλο που το επίκεντρο του τρέχοντος καύσωνα εντοπίζεται στην Κεντρική Ευρώπη, η Νότια Ευρώπη και η Ελλάδα επηρεάζονται έμμεσα, βιώνοντας παρατεταμένες περιόδους με θερμοκρασίες αισθητά πάνω από τα κανονικά για την εποχή επίπεδα, εντείνοντας την ξηρασία και αυξάνοντας δραματικά τον κίνδυνο εκδήλωσης δασικών πυρκαγιών πριν καν μπούμε στον Ιούλιο».
Παράλληλα, όπως επισημαίνουν οι ερευνητές/ριες του Climatehub χρειάζεται να δοθεί έμφαση στο γεγονός ότι οι ευρωπαϊκές πόλεις βιώνουν την ακραία ζέστη πολύ πιο έντονα από την επαρχία. «Το τσιμέντο, η άσφαλτος και η έλλειψη πρασίνου απορροφούν την ηλιακή ακτινοβολία κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ το φαινόμενο της θερμικής αστικής νησίδας είναι πιο έντονο κατά τη διάρκεια της νύχτας, όταν τα κτίρια απελευθερώνουν τη συσσωρευμένη ζέστη», υπογραμμίζεται από την ομάδα.
Όπως καταλήγει η ανάλυση του ClimateHub, «η Κεντρική Ευρώπη μετατρέπεται με ταχύτατους ρυθμούς σε μια ζώνη υψηλού κλιματικού κινδύνου, ενώ η Ελλάδα και ο ευρωπαϊκός Νότος βρίσκονται αντιμέτωποι με την ανάγκη άμεσης θωράκισης απέναντι σε ένα ολοένα και πιο εχθρικό θερμικό περιβάλλον, απαιτώντας άμεση επανασχεδίαση των υποδομών και των πολιτικών υγείας».
