Κάθε εποχή έχει τις δικές της προκλήσεις. Στη Ρώμη των συγκλητικών, στη Βενετία των εμπόρων, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία των φοροεισπρακτόρων, στα σύγχρονα κράτη, ένα ερώτημα παραμένει αιώνιο με το όποιο αναζητείται η αλήθεια. «Cui bono?». Ποιος επωφελείται;
Δεν είναι ερώτημα συνωμοσίας. Είναι ερώτημα βαθιάς κατανόησης. Το ίδιο ερώτημα οφείλει να θέσει σήμερα κάθε ευφυής πολίτης μπροστά σε ένα φαινόμενο που διαρκεί χρόνια, κοστίζει δισεκατομμύρια ευρώ στον φορολογούμενο, απειλεί τον δυτικό πολιτισμό και παραμένει άλυτο. Η μαζική λαθρομετανάστευση. Τα δίκτυα λαθρεμπορίας ανθρώπων συγκαταλέγονται στις πιο κερδοφόρες εγκληματικές οργανώσεις παγκοσμίως. Από τη Νότια Αφρική μέχρι τις ακτές της Λιβύης εκατομμύρια άνθρωποι πληρώνουν 10 δισ. ευρώ τον χρόνο για να λάβουν επιδόματα και στέγη σε Ευρώπη, Ελλάδα και Ιταλία.
Η τελευταία έλυσε το πρόβλημα. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι επυλίδες κατευθύνονται πλέον προς την Ελλάδα. Το Memorandum of Understanding ( 2017) μεταξύ Ιταλίας και Τρίπολης (GNU) ανανεώνεται πλέον αυτόματα. Η Ιταλία παρέχει οικονομική, τεχνική και εκπαιδευτική υποστήριξη στη λιβυκή Ακτοφυλακή για επιστροφές στις λιβυκές ακτές μόνον αυτών που κατευθύνονται προς Ιταλία. Αντιθέτως, η Frontex, που επιχειρεί στην Ελλάδα, σε πολλές περιπτώσεις τους μαζεύει 250 μίλια μακριά από τις ελληνικές ακτές για να τους μεταφέρει στην Ελλάδα για επιδόματα.
Τον Αύγουστο του 2025 έγιναν στην Κωνσταντινούπολη συναντήσεις μεταξύ Ερντογάν, Μελόνι και Dbeibah, όπου συζητήθηκαν μεταναστευτικές ροές και ασφάλεια. Τον Σεπτέμβριο του 2025 υπογράφτηκαν «operational documents» μεταξύ Ιταλίας και Τουρκίας για τη μείωση των αναχωρήσεων από τη Λιβύη, καθώς και άλλες επιπλέον διμερείς συμβάσεις για τον «έλεγχο» της μετανάστευσης. Εκ του αποτελέσματος, ο κύριος στόχος ήταν η διοχέτευση των ροών προς την Ελλάδα. Η μετατόπιση προς Κρήτη δείχνει ότι οι δουλέμποροι πάντα κατευθύνονται εκεί όπου τις οδηγεί ο ισχυρότερος γεωπολιτικός παράγοντας. Το μοτίβο δεν το αντιλαμβάνονται οι αρμόδιοι είτε λόγω χαμηλής νοημοσύνης είτε επειδή έχουν οικονομικά οφέλη.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι ποιοί είναι αυτοί που επωφελούνται από τη λαθρομετανάστευση. Γύρω από τη διαχείριση της εισβολής σύσσωμο το πολιτικό σύστημα έχει οικοδομήσει ένα συμπαγές οικονομικό οικοσύστημα. Ευρωπαϊκά κονδύλια, συμβάσεις κατασκευών, σίτισης, φύλαξης, μεταφορών, ενοικιάσεων, τεχνικής υποστήριξης, κρατικές ΜΚΟ και διοικητικές υπηρεσίες συντηρούν έναν ετήσιο οικονομικό κύκλο δισεκατομμυρίων ευρώ, πρακτική που έχει παγιωθεί στη συλλογική συνείδηση ως κανονικότητα. Οταν, όμως, μια κρίση διαρκεί χρόνια, γεννά μια νέα κατηγορία συμφερόντων που σχετίζονται με αυτούς που επωφελούνται οικονομικά από την ύπαρξή της. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ν.Δ. δίνει άσυλο στο 92% από Υεμένη, 79% Σουδάν, 77% Παλαιστίνη, 69% Αφγανιστάν, 67% Ερυθραία. Εκατοντάδες χιλιάδες εισβολείς κάθε χρόνο που χρηματοδοτούν οι πενόμενοι Ελληνες.
Οι εργολάβοι δεν κερδίζουν από την κατάργηση των δομών. Οι προμηθευτές δεν κερδίζουν από τη μείωση των εισβολέων. Οι οργανισμοί δεν κερδίζουν από τη συρρίκνωση των προγραμμάτων τους. Οι τοπικές οικονομίες και οι δήμοι που τροφοδοτούνται από τα ευρωπαϊκά κονδύλια δεν κερδίζουν από τη διακοπή των χρηματοδοτήσεων. Οι πολιτικοί στην Ελλάδα δεν κερδίζουν από την επίλυση του προβλήματος που αυτοί δημιούργησαν. Το ανθελληνικό σύστημα δεν στοχεύει στη λύση, αντιθέτως ευνοεί τη διαιώνισή του. Οι κοινωνίες καταρρέουν όταν οι θεσμοί παύουν να υπηρετούν τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκαν και αρχίζουν να υπηρετούν τα συμφέροντα εγκληματικών ομάδων.
Γι’ αυτό το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν μυστικές συμφωνίες ή αόρατες συναλλαγές μεταξύ δουλεμπόρων, οργανισμών ή εχθρικών κρατών με τους πολιτικούς. Αυτά ανήκουν στον χώρο της Δικαιοσύνης. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν έχει παγιωθεί ένα πλέγμα οικονομικών, διοικητικών και πολιτικών συμφερόντων που καθιστά τη διαχείριση του λαθρομεταναστευτικού προβλήματος πιο συμφέρουσα από την επίλυσή του. Και μέχρι να δοθεί μια πειστική απάντηση, ο πολίτης δικαιούται να συνεχίσει να ρωτά: «Cui bono?» Ποιος βάζει στην τσέπη τα δισεκατομμύρια των ευρώ;
*Διδάκτωρ Φυσικής του πανεπιστημίου του Μάντσεστερ, UK, τ. διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

