Εκμεταλλευόμενος τις μεγάλες καταστροφές από τις πυρκαγιές στη νότια Γαλλία, που έχουν αποσπάσει την προσοχή των πολιτών, ο Γάλλος υπουργός Εσωτερικών Λοράν Νινιέζ κατέθεσε στις 22 Ιουλίου σχέδιο νόμου που υποτίθεται ότι αποσκοπεί στην προστασία της ακεραιότητας της εκλογικής διαδικασίας από ξένες παρεμβάσεις. Ωστόσο, τα μέτρα που προβλέπονται στο νομοσχέδιο θέτουν υπό αμφισβήτηση την ελευθερία της έκφρασης, υπερβαίνουν το εκλογικό πλαίσιο και εντάσσονται σε μια πραγματική λογική ολοκληρωτικού ελέγχου της κοινωνίας.
Για να δικαιολογήσει αυτή την ενέργεια, ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί, απαντώντας στις επικρίσεις ενός γερουσιαστή, δήλωσε πως «σε μια δημοκρατία η εκλογική περίοδος έχει κάτι το ιερό και αξίζει ιδιαίτερη προστασία». Είναι γεγονός πως οι εκλογές είναι ο θεμέλιος λίθος κάθε δημοκρατικού συστήματος, διότι επιτρέπουν στον λαό, τον φορέα της κυριαρχίας, να επιλέγει τους αντιπροσώπους του ώστε να κυβερνούν στο όνομά του και προς το συμφέρον του. Σε αυτήν την περίπτωση και μόνο σε αυτήν, δηλαδή όταν η χώρα κυβερνάται προς το συμφέρον της πλειοψηφίας, οι κρατικοί θεσμοί είναι νόμιμοι.
Ομως, εδώ και χρόνια αυτή η αρχή έχει αντιστραφεί. Στη Γαλλί και στις περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, οι λαοί κυβερνώνται πια από μια μειοψηφία εναντίον της πλειοψηφίας, στην υπηρεσία πανίσχυρων εξωτερικών συμφερόντων.
Οι εκλογικοί μηχανισμοί, αν και δεν είναι τέλειοι, έχουν σχεδιαστεί ώστε να αναδεικνύουν τη βούληση της πλειοψηφίας. Για τις παγκοσμιοποιημένες ελίτ που κατέχουν την εξουσία στις χώρες μας, αυτό καθίσταται πλέον προβληματικό. Δεν μπορούν να αμφισβητήσουν ανοιχτά τις εκλογές χωρίς να χάσουν κάθε νομιμοποίηση μέσα σε ένα δημοκρατικό σύστημα· ούτε μπορούν να αμφισβητήσουν το ίδιο το δημοκρατικό σύστημα χωρίς να αναγκαστούν να αναλάβουν τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα του εγχειρήματός τους. Και η αποχή από τις εκλογές, η οποία αυξήθηκε ύστερα από χρόνια απαξίωσης της εκλογικής διαδικασίας, δεν αρκεί πλέον για να τις διατηρεί με βεβαιότητα στην εξουσία.
Πρέπει, λοιπόν, να χειραγωγήσουν την ανθρώπινη σκέψη και να περιορίσουν την ελευθερία της έκφρασης, αφού κάθε κριτική θα μπορούσε να τους στοιχίσει τις εκλογές, τη στιγμή που κάθε υποψήφιος ανταγωνίζεται τον άλλον ως προς το πραγματικό επίπεδο αποδοχής του από το εκλογικό σώμα. Ενας λαός, μία ελίτ, μία φωνή. Και πάνω απ’ όλα, η εξάλειψη κάθε αμφισβήτησης. Η γαλλική κυβέρνηση εργάζεται προς αυτή την κατεύθυνση.
Οι προκάτοχοί της είχαν ήδη επιχειρήσει να «προστατεύσουν» τις εκλογές, προβλέποντας πρόστιμα για τη διάδοση «ψευδών ειδήσεων», των οποίων ο ορισμός είναι ιδιαίτερα υποκειμενικός, επειδή είναι κατ’ ουσίαν πολιτικός. Το σχετικό νομοθετικό κείμενο δεν μπόρεσε να προχωρήσει αρκετά μακριά. Ωστόσο, «η Γαλλία βρίσκεται πλέον σε πόλεμο», σύμφωνα με τα λεγόμενα υψηλόβαθμων αξιωματούχων της, εξαιτίας της κατάστασης στην Ουκρανία, αλλά κυρίως εναντίον των ίδιων της των πολιτών.
Κάτω το κεφάλι
Οπως και στην Ελλάδα, οι Γάλλοι πρέπει να κρατούν το κεφάλι κατεβασμένο, να συνθλίβονται από τους λογαριασμούς και τα χρέη, να ζουν σε διαρκή οικονομική ανασφάλεια και, αν ποτέ βρουν τον χρόνο και το θάρρος να δουν πέρα από το κυρίαρχο αφήγημα, το κράτος πρέπει να διαθέτει τα μέσα για να τους πλήξει αποφασιστικά.
Υπό αυτή τη λογική, το νομοσχέδιο του Νινιέζ προβλέπει διάφορα είδη μέτρων για τη «διασφάλιση της ακεραιότητας της εκλογικής διαδικασίας». Καταρχάς, αυξάνει την ποινή, η οποία θεωρείται ανεπαρκής, για την περίπτωση προσβολής της μέσω της διάδοσης όσων οι Αρχές θα θεωρήσουν ψευδείς πληροφορίες.
Η ποινή, που σήμερα ανέρχεται σε ένα έτος φυλάκισης και πρόστιμο 15.000 ευρώ, θα αυξηθεί σε τρία έτη φυλάκισης και πρόστιμο 45.000 ευρώ για όποιον αμφισβητήσει την κυρίαρχη προπαγάνδα. Ωστόσο, η δημόσια έκφραση μιας άποψης -γεγονός που αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό των δημοκρατικών συστημάτων- υπό κανονικές συνθήκες δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ξένη παρέμβαση. Εξ ου και το ερώτημα: Εάν το μέτρο αυτό αφορά πράγματι την εκλογική περίοδο, ποια σχέση έχει με ένα νομοθετικό κείμενο που υποτίθεται ότι καταπολεμά τις «παρεμβάσεις»;
Εκ πρώτης όψεως, καμία. Εκτός… αν οι ελίτ θεωρούν «ξένα σώματα» όλους τους πολίτες που δεν σκέφτονται όπως εκείνες και αρνούνται να τις υποστηρίξουν. Τότε κάθε Γάλλος, κάθε Ελληνας, κάθε Ευρωπαίος πολίτης και όχι μόνο μετατρέπεται σε έναν δυνάμει εχθρό που πρέπει να φιμωθεί και να απειληθεί, προτού τιμωρηθεί, στην περίπτωση που η απειλή δεν αποδειχθεί αρκετή.
Οπως εξηγεί ο υπουργός Εσωτερικών της Γαλλίας, το νομοσχέδιο προβλέπει επίσης «βαρύτερη ποινή, η οποία μπορεί να φτάσει έως και τα έξι έτη φυλάκισης, όταν το αδίκημα αλλοίωσης της εκλογικής διαδικασίας διαπράχθηκε προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων ξένης δύναμης, ξένης επιχείρησης ή ξένου οργανισμού».
Ποιοι είναι αυτοί που στοχοποιούνται εδώ; Σίγουρα όχι οι αμερικανικές συμβουλευτικές εταιρίες, όπως η McKinsey, οι οποίες, έτσι κι αλλιώς, ασκούν επιρροή στη γαλλική πολιτική, όπως και στην πολιτική άλλων ευρωπαϊκών κρατών εδώ και χρόνια. Ούτε οι Αμερικανοί, οι οποίοι στην Ευρώπη βρίσκονται ουσιαστικά «στο σπίτι τους» και που, σύμφωνα με τη λογική των τοπικών παγκοσμιοποιημένων ελίτ, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι παρεμβαίνουν, αφού αυτοί είναι οι… επικεφαλής.
Ας είμαστε ειλικρινείς: στο σημείο όπου έχουμε φτάσει, δεν πρόκειται πλέον για παρέμβαση εκ μέρους τους· πρόκειται για διακυβέρνηση. Οπως ήδη βλέπουμε σήμερα, κάθε άνθρωπος που τολμά να αμφισβητήσει για παράδειγμα το κατά πόσο δικαιολογείται η ολοένα μεγαλύτερη εμπλοκή της Ευρώπης αλλά και της χώρας μας σε έναν πόλεμο όπως σ’ αυτόν της Ουκρανίας χαρακτηρίζεται Ρώσος πράκτορας.
Κάθε άνθρωπος που επικρίνει τις κυρώσεις, οι οποίες ευθύνονται για τις οικονομικές δυσκολίες σχεδόν όλων των ευρωπαϊκών χωρών, χαρακτηρίζεται επίσης Ρώσος πράκτορας και πουτινάκι. Μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου για την προστασία της ακεραιότητας της εκλογικής διαδικασίας από ξένες παρεμβάσεις, στη Γαλλία τα πράγματα θα είναι ακόμη χειρότερα.

