Καιρό είχα να μιλήσω με τους φίλους μου με θέμα τις γαστριμαργικές ανησυχίες. Την κουβέντα την άνοιξε φίλος που έχει τρέλα με τη μαγειρική. «Εφτιαξα χθες ένα καταπληκτικό πιάτο» λέει. «Μπα, μήπως εργάζεσαι στα κεραμικά;» του πετά άλλος φίλος σκωπτικά. «Α, εσύ παραμένεις πριμιτίφ! Οταν λέμε έφτιαξα ένα πιάτο, εννοούμε ένα φαγητό!» μας λέει ο… σεφ.
«Και με ένα πιάτο χορταίνει ολόκληρη οικογένεια; Εσύ, η γυναίκα σου, ο γιος, σου, η νύφη σου, τα εγγόνια σας;» λέμε εμείς, που τον δουλεύουμε ψιλό γαζί. «Α, δεν υποφέρεστε! Αφήστε με να μιλήσω! Εφτιαξα, λοιπόν, ένα φαγητό, καταπληκτικό. Ψάρι σεβίτσε» μας λέει και μας εξηγεί αμέσως:
«Είναι μια παραδοσιακή τεχνική της περουβιανής κουζίνας. Ενας εναλλακτικός τρόπος μαγειρέματος ψαριού και θαλασσινών, που δεν έχει σχέση με το σούσι και το σασίμι. Το ψάρι ψήνεται χωρίς φωτιά, δηλαδή “ψήνεται” με την οξύτητα του χυμού των εσπεριδοειδών ή του χυμού φρούτων που έχουν υποστεί ζύμωση μέχρι να μετουσιωθούν οι πρωτεΐνες της σάρκας του και να γίνει βρώσιμο και ασφαλές για το στομάχι»… Κι αρχίζει εδώ η δεύτερη πράξη του «δουλέματος», καθώς έχουμε φορτώσει από όσα ακούσαμε, εμείς, οι λάτρεις του σουβλακιού, του πατσά, των λαχανοντολμάδων, του κοκορετσίου και της γαρδούμπας!
«Μπα; Ωστε τώρα θα τρώμε σαν τους κατοίκους των Ανδεων; Δηλαδή, αύριο θα μας φέρεις να φάμε καγκουρό, κροκόδειλο, φίδια, ακόμα και γάτες και σκύλους, που μάθαμε ότι τους τρώνε στην Απω Ανατολή» του λέμε. «Μα, τι άξεστοι που είστε! Πού ζείτε; Δεν υπάρχει σοβαρό εστιατόριο στην Ελλάδα που να μην έχει σεβίτσε. Τι τρώτε εσείς, επιτέλους; Καλαμαράκια κονσέρβα;» ανέτεινε ο… Περουβιανός μαγειρευτής.
«Οχι, θα ξεχάσουμε τα αβγά στραπατσάδα, θα ξεχάσουμε τα μακαρόνια με κιμά, θα σταματήσουμε να τρώμε φάβα και φακές και θα αποκαλούμε τη φασολάδα “φρούτα της ελληνικής γης”, όπως τη λένε στα εστιατόρια των Παρισίων» του λέμε και τον κάνουμε παπόρι. «Αξεστοι! Βρε, ξέρετε πόσα πληρώνουν σήμερα οι επιχειρηματίες που πηγαίνουν να φάνε ψάρι στα ακριβά ρεστοράν; Αλλά πού να τα δείτε εσείς αυτά! Εσείς γαύρο τηγανητό και σαρδέλα στα κάρβουνα με τσίπουρο απ’ το χωριό θα τρώτε μια ζωή!» μας λέει, λες και θα μας πείραζε!
«Βρε, φέρε μου εμένα σαρδέλα στα κάρβουνα και τσίπουρο από το χωριό μου και σου στέλνω μια ντουζίνα… σεβίτσια περουβιανά στο σπίτι!» του λέει ο Μίλτος, που έχει σηκώσει ήδη το τηλέφωνο και παραγγέλνει τυλιχτά, προβλέποντας και δύο για τον… Περουβιανό φίλο, που μόλις γευτεί το τζατζίκι, θα λησμονήσει τις Ανδεις αυθωρεί!
Η ΑΚΙΣ
