Σβήνει δημογραφικά η Ελλάδα: Τι δείχνει νέα έρευνα για τις γεννήσεις

Επιβεβαιώνονται οι προειδοποιήσεις της «δημοκρατίας»

Σε μια παρατεταμένη δημογραφική κρίση βρίσκεται η Ελλάδα, με τις γεννήσεις να καταγράφουν δραματική υποχώρηση και τις προβλέψεις για τις επόμενες δεκαετίες να προκαλούν έντονο προβληματισμό. Το πρόβλημα, το οποίο η «δημοκρατία» έχει αναδείξει επανειλημμένα τους τελευταίους μήνες μέσα από πρωτοσέλιδα και αποκαλυπτικά δημοσιεύματα, αποκτά ακόμη πιο ανησυχητικές διαστάσεις υπό το βάρος νέων επιστημονικών στοιχείων.

Σύμφωνα με έρευνα του ομότιμου καθηγητή Δημογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), Βύρωνα Κοτζαμάνη, οι γεννήσεις στη χώρα μας έχουν περιοριστεί δραστικά σε σχέση με τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, ενώ η συρρίκνωση αναμένεται να συνεχιστεί.

Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 1951 έως το 1980 καταγράφονταν κατά μέσο όρο περίπου 150.000 γεννήσεις ετησίως. Τη δεκαετία του 1990 ο αριθμός είχε υποχωρήσει στις 100.000, ενώ, παρά την πρόσκαιρη ανάκαμψη της δεκαετίας του 2000, η καθοδική πορεία συνεχίστηκε, με τις γεννήσεις να εκτιμώνται στις 65.000 για το 2026.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η σύγκριση των τελευταίων δεκαετιών. Ενώ την περίοδο 2011-2020 καταγράφηκαν περίπου 920.000 γεννήσεις, για ολόκληρη τη δεκαετία 2021-2030 εκτιμάται ότι δεν θα ξεπεράσουν τις 700.000. Πρόκειται για μείωση της τάξης του 25%, η οποία αποτυπώνει το μέγεθος της δημογραφικής υποχώρησης.

Η «δημοκρατία» είχε προειδοποιήσει για το δημογραφικό

Η εικόνα αυτή έρχεται να επιβεβαιώσει τη σοβαρότητα ενός προβλήματος που η «δημοκρατία» έχει επανειλημμένα φέρει στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας.

Ήδη από τον περασμένο Απρίλιο, η εφημερίδα είχε αναδείξει με μεγάλη έρευνά της το μέγεθος της δημογραφικής κρίσης στην ελληνική περιφέρεια, παρουσιάζοντας επίσημα στοιχεία του υπουργείου Εσωτερικών. Όπως είχε αποκαλύψει, κατά το πρώτο δίμηνο του 2026 δεν είχε καταγραφεί καμία γέννηση στο 86% των γεωγραφικών ενοτήτων που εμφανίζονται ως δήμοι στα ληξιαρχικά στοιχεία. Την ίδια περίοδο είχαν καταχωριστεί 16.173 γεννήσεις έναντι 33.257 θανάτων, δηλαδή περισσότεροι από δύο θάνατοι για κάθε γέννηση. Μάλιστα, στην ίδια έρευνα ο Βύρων Κοτζαμάνης είχε προειδοποιήσει ότι η μείωση των γεννήσεων δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο, αλλά έχει ξεκινήσει ήδη από το 1980. Οι σημερινές εκτιμήσεις του έρχονται να αναδείξουν ακόμη πιο καθαρά τις μακροχρόνιες συνέπειες αυτής της πορείας.

Τα νεότερα στοιχεία του Βύρωνα Κοτζαμάνη δείχνουν ότι η δημογραφική υποχώρηση δεν αποτελεί μια πρόσκαιρη διακύμανση, αλλά το αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας μεταβολής στον αριθμό των παιδιών που αποκτούν οι διαδοχικές γενιές.

Από τα 2,3 παιδιά στα λιγότερα από 1,5

Όπως εξηγεί ο καθηγητής, η Ελλάδα διαφοροποιείται από αρκετές χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης, καθώς η μείωση της γονιμότητας ξεκίνησε αργότερα, αλλά συνεχίστηκε χωρίς ουσιαστική αναστροφή.

Ενδεικτικά, οι γυναίκες που γεννήθηκαν το 1930 απέκτησαν κατά μέσο όρο σχεδόν 2,3 παιδιά, ενώ εκείνες που γεννήθηκαν το 1985 αποκτούν λιγότερα από 1,5. Η απόσταση από το επίπεδο αναπλήρωσης των γενεών, που υπολογίζεται στα 2,07 παιδιά ανά γυναίκα, είναι πλέον σημαντική.

Παράλληλα, ο αριθμός των παιδιών που αποκτούν τα ζευγάρια υπολείπεται ολοένα περισσότερο εκείνου που επιθυμούν. Ο κ. Κοτζαμάνης επισημαίνει ότι σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες η ύπαρξη ισχυρότερων κοινωνικών παροχών, η υποστήριξη της οικογένειας και ο περιορισμός των δυσκολιών συνδυασμού εργασίας και ανατροφής παιδιών έχουν συμβάλει στη συγκράτηση της υπογεννητικότητας.

Αντίθετα, στην Ελλάδα η διαφορά ανάμεσα στην επιθυμητή και την πραγματική τεκνοποίηση παραμένει μεγάλη, ενώ η συνεχής μείωση των γεννήσεων περιορίζει και τον αριθμό των ανθρώπων που θα βρίσκονται σε ηλικία δημιουργίας οικογένειας τις επόμενες δεκαετίες.

Λιγότερες από 1,4 εκατομμύρια γεννήσεις την επόμενη 20ετία

Οι προβλέψεις για το μέλλον είναι ακόμη πιο ανησυχητικές. Σύμφωνα με τον καθηγητή, εφόσον δεν υπάρξει θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο, οι γεννήσεις την περίοδο 2027-2046 αναμένεται να περιοριστούν σε λιγότερες από 1,4 εκατομμύρια, έναντι περίπου 1,8 εκατομμυρίων την προηγούμενη εικοσαετία.

Η καθοδική πορεία εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί και αργότερα, καθώς οι γενιές που γεννήθηκαν μεταξύ 2009 και 2026, περίοδο κατά την οποία οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά 45%, θα εισέλθουν σταδιακά στην αναπαραγωγική ηλικία.

Έτσι, ακόμη και αν επιβραδυνθεί η μείωση των γυναικών ηλικίας 25 έως 44 ετών και σταθεροποιηθούν ορισμένοι δείκτες γονιμότητας, η συρρίκνωση του πληθυσμού αναπαραγωγικής ηλικίας θα εξακολουθήσει να επηρεάζει τον συνολικό αριθμό γεννήσεων.

Τα στοιχεία αναδεικνύουν την ανάγκη για μια μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση του δημογραφικού, καθώς η συνεχιζόμενη μείωση των γεννήσεων επηρεάζει όχι μόνο τη μελλοντική πληθυσμιακή σύνθεση της Ελλάδας, αλλά και τη βιωσιμότητα των τοπικών κοινωνιών, ιδιαίτερα στην περιφέρεια.

Δείτε επίσης: