Γερμανική σκιά πάνω από την Πολωνία
Πίσω από τη σύγκρουση του πρωθυπουργού Ντόναλντ Τουσκ και του εθνικιστή πρόεδρου Κάρολ Ναβρότσκι κρύβεται ένας ακήρυχτος πόλεμος εξουσίας
Οποιος αντιμετωπίζει όσα συμβαίνουν τις μέρες αυτές στη Πολωνία ως μια εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση για τον έλεγχο της Δικαιοσύνης φοβούμαι ότι χάνει τη μεγάλη εικόνα. Στην πραγματικότητα, πίσω από τη σύγκρουση του πρωθυπουργού Ντόναλντ Τουσκ, μιας πολύ γνώριμης σε εμάς ευρωμαριονέτας, και του εθνικιστή πρόεδρου Κάρολ Ναβρότσκι κρύβεται ένας ακήρυχτος πόλεμος εξουσίας με λάφυρο το μέλλον του ισχυρότερου κράτους της ανατολικής Ευρώπης. Μια πάλη γεωστρατηγικών επιδιώξεων με βαθιές ιστορικές ρίζες, αλλά και σύγχρονα πολιτικά διακυβεύματα, τεράστιες οικονομικές προκλήσεις και φυσικά πρωταγωνιστικό ρόλο της αχόρταγης Γερμανίας που θεωρεί -από την εποχή του Χίτλερ- τον συγκεκριμένο εδαφικό χώρο προνομιακό της πεδίο.
Η Πολωνία δεν είναι μια οποιαδήποτε χώρα. Στη νεότερη Ιστορία της διαμελίστηκε επανειλημμένα από τους ισχυρούς της γείτονες, γνώρισε από πρώτο χέρι τη ναζιστική θηριωδία, αλλά και τη βάναυση σοβιετική επικυριαρχία. Τα στρατόπεδα θανάτου, οι μαζικές εξοντώσεις αμάχων και η διπλή επιβουλή από Ανατολή και Δύση συνθέτουν μια τραυματική συλλογική μνήμη που δεν επιτρέπει εύκολες συμφιλιώσεις. Αλλά παράλληλα οι Πολωνοί διαθέτουν υψηλό πατριωτικό φρόνημα και διάχυτο αίσθημα εθνικής υπερηφάνειας.
Μεταπολεμικά, τα σύνορα στη μεθόριο με τη Γερμανία καθορίστηκαν στην περιβόητη γραμμή Οντερ-Νάισε. Οι Γερμανοί αναγκάστηκαν να αποδεχτούν οριστικά αυτόν τον επώδυνο -κατά την άποψή τους- ιστορικό συμβιβασμό παραχωρώντας εδάφη της Ανατολικής Πρωσίας για να πετύχουν την πολυπόθητη «επανένωση», μετά το γκρέμισμα του Τείχους, το 1990. Αλλά εξακολουθούν να θεωρούν ότι έχουν λόγο στον πολιτικό προσανατολισμό της γειτονικής τους χώρας, απαιτώντας να παραμείνει, πάση θυσία, «φιλοευρωπαϊκός».
Αυτό εξηγεί γιατί το Βερολίνο είχε κάθε λόγο να επιθυμεί την απομάκρυνση από την εξουσία του συντηρητικού και εθνικά προσανατολισμένου κόμματος Νομός και Δικαιοσύνη (PiS) που κυβέρνησε αδιάλειπτα από το 2015 έως το 2023.
Το PiS δεν αμφισβητούσε απλώς τη γερμανική πρωτοκαθεδρία στην Ευρώπη. Στράφηκε με ενθουσιασμό προς την πλευρά της Αμερικής και επιπλέον επανέφερε με ιδιαίτερη ένταση την «καυτή πατάτα» των πολεμικών αποζημιώσεων, διατυπώνοντας, το 2022, αξιώσεις ύψους… 1,3 τρισ. ευρώ εις βάρος της Γερμανίας.
Το Βερολίνο απέρριψε τις πολωνικές απαιτήσεις με τον πάγιο ισχυρισμό ότι τα ζητήματα αυτά έχουν νομικά διευθετηθεί. Αλλά η ανακίνηση και μόνον της υπόθεσης ήταν πολιτικά άκρως ενοχλητική, αφού θα μπορούσε να αναζωπυρώσει συζητήσεις για τις ανεξόφλητες υποχρεώσεις του Τρίτου Ράιχ και να ενθαρρύνει διεκδικήσεις άλλων χωρών, προεξάρχουσας βεβαίως της Ελλάδας.
Οι φωνές των Πολωνών συντηρητικών, όπως ο τότε αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών, αρμόδιος για το ζήτημα των αποζημιώσεων, Αρκάντι Μιούλαρτσικ (σήμερα ευρωβουλευτής), και ο δυναμικός δημοσιογράφος Ντόμινικ Ταρκζίνσκι, έπρεπε να σιωπήσουν. Αλλά η Γερμανία δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα τανκς… Επέλεξε λοιπόν μέσα ήπιας διείσδυσης για να γκρεμίσει την «εχθρική κυβέρνηση» στη Βαρσοβία.
Ενα μεγάλο τμήμα του πολωνικού μιντιακού κατεστημένου πέρασε γρήγορα σε γερμανικά χέρια με επιθετικές εξαγορές από την εκδοτική ναυαρχίδα της Axel Springer (που σήμερα ελέγχει την «Bild», την «Die Velt», το Politico και τη βρετανική «The Telegraph»), ενώ ο γερμανικών συμφερόντων όμιλος Bauer απέκτησε τον μεγαλύτερο ραδιοφωνικό σταθμό της χώρας.
Σταθερή γραμμή αυτών των υπό γερμανική ιδιοκτησία πλέον πολωνικών ΜΜΕ ήταν η ανάγκη «ευρωπαϊκού προσανατολισμού» και η σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση του PiS που -υποτίθεται- τον υπέσκαπτε. Σχεδόν ταυτόχρονα άρχισαν τα όργανα και στις Βρυξέλλες. Με επίκληση σοβαρών προβλημάτων στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, αλλά ουσιαστικό επίκεντρο τη σκληρή αντιμεταναστευτική πολιτική που δεν άρεσε στο ευρω-ιερατείο, η Ούρσουλα φον ντε Λάιεν άρχισε τις απειλές. Στο τέλος η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πάγωσε σημαντικούς πόρους προς την Πολωνία και έθεσε, εμμέσως πλην σαφώς, ως όρο την κυβερνητική αλλαγή και την παράδοση της εξουσίας στον εκλεκτό της Ντόναλντ Τουσκ. Εκείνον, δηλαδή, που πριν από λίγα χρόνια από τη θέση του επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου παρίστανε τον «καλό μπάτσο» στον αδαή Τσίπρα και τον οδήγησε ολοταχώς στην παγίδα της Μέρκελ.
Μέσα σε αυτό το κλίμα «ευρω-νουθεσίας» και απροκάλυπτων εκβιασμών στις εκλογές του Οκτωβρίου του 2023 ο Τουσκ κατάφερε να συγκεντρώσει με το κόμμα του Πολιτική Συμμαχία το ισχνό 30,7% έναντι 35,4% του κυβερνώντος PiS, αλλά ως διά μαγείας εξασφάλισε κοινοβουλευτική πλειοψηφία και έκανε κυβέρνηση με τη βοήθεια της Αριστεράς και ενός… ευρωποταμίσιου κόμματος που στην πορεία εξαφανίστηκε δημοσκοπικά όπως ακριβώς το αντίστοιχο δικό μας.
Η σημερινή κρίση αντανακλά αυτήν ακριβώς την εσωτερική αντιπαράθεση μεταξύ των επιδοτούμενων από Βρυξέλλες και Βερολίνο «φιλοευρωπαϊκών» δυνάμεων και της εθνοκεντρικής πτέρυγας που στο μεταξύ όμως έχει αυξήσει σημαντικά τις δυνάμεις της με την προσθήκη δύο νέων πατριωτικών κομμάτων στα δεξιά του PiS, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την εκλογή το 2025 του συντηρητικού προέδρου Kάρολ Ναβρότσκι.
Ο Ναβρότσκι, που επέδειξε καταπληκτικά πολιτικά ανακλαστικά, διατάσσοντας εν πτήσει την επιστροφή του προεδρικού αεροσκάφους στη Ρωσία για να αποτρέψει το συνταγματικό πραξικόπημα, είναι ο άνθρωπος που σήμερα συγκρούεται με τον Τουσκ, υπονοώντας ανοιχτά ότι ο σημερινός πρωθυπουργός είναι υποχείριο του Βερολίνου.
Η σύγκρουση των δύο εστιάζεται σε τρία μέτωπα που αντανακλούν και τη διαφορά φιλοσοφίας ανάμεσα στην παράταξη των «φιλοευρωπαίων» και της πατριωτικής πτέρυγας στην πολωνική κοινοβουλευτική σκηνή: Τον λεγόμενο «ευρωπαϊκό προσανατολισμό» και την ανάγκη να εγκαταλείψει η Πολωνία το εθνικό της νόμισμα, το ζήτημα του λαθροεποικισμού όπου η Βαρσοβία πιέζεται να άρει τους περιορισμούς και να δεχτεί στο έδαφός της ορδές λαθρομεταναστών (τουλάχιστον 1 εκατομμύριο σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Βερολίνου) και φυσικά το ζήτημα της Ουκρανίας και τη στρατιωτική αναδιάταξη της Ευρώπης απέναντι στη Ρωσία. Η Πολωνία αναδεικνύεται σε βασικό πυλώνα της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ με τεράστιες εξοπλιστικές δαπάνες, αφού μόνο από το πρόγραμμα SAFE προσδοκά 44 δισ. ευρώ, από τα οποία όμως αναμένουν τη μερίδα του λέοντος οι γερμανικές στρατιωτικές βιομηχανίες. Μόνο που οι Πολωνοί δεν φαίνονται πλέον ιδιαίτερα ενθουσιώδεις με την προοπτική ενίσχυσης του καθεστώτος Ζελένσκι, καθώς οι σχέσεις της Βαρσοβίας με το Κίεβο έχουν επιδεινωθεί επικίνδυνα το τελευταίο διάστημα.
Η εξύμνηση από ουκρανικούς εθνικιστικούς κύκλους του Στεπάν Μπαντέρα και της UPA (Ουκρανικός Επαναστατικός Στρατός) που βαρύνεται με τις σφαγές δεκάδων χιλιάδων Πολωνών στη Βολυνία και την Γαλικία κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου προκαλεί βαθιά οργή στην πολωνική κοινή γνώμη. Το πολωνικό Κοινοβούλιο έχει αναγνωρίσει αυτές τις ωμότητες ως πράξη γενοκτονίας, αλλά τον περασμένο Μάιο ο Ζελένσκι, σε μία ακραία πρόκληση, αποφάσισε να ονομάσει μονάδα του Ουκρανικού Στρατού «Ηρωες της UPA» και να τιμήσει σε επίσημες τελετές τη μνήμη πρώην συνεργατών των ναζί. Με τη σειρά του ο πρόεδρος Ναβρότσκι τού αφαίρεσε τιμητική διάκριση που του είχε απονεμηθεί από το πολωνικό κράτος, και οι δύο πλευρές αντάλλαξαν ιδιαίτερα σκληρές κατηγορίες.
Κάπου εδώ διαφαίνεται το πραγματικό πολωνικό παράδοξο. Ενα μεγάλο ευρωπαϊκό έθνος βαθιά καχύποπτο απέναντι στη Ρωσία, που όμως δεν εμπιστεύεται τις προθέσεις της σημερινής Γερμανίας και παράλληλα εξαγριώνεται με τον ιστορικό αναθεωρητισμό των Ουκρανών.
Το ουσιαστικό ερώτημα επομένως δεν είναι αν η Γερμανία οργανώνει ένα «φιλοευρωπαϊκό» πραξικόπημα στην Πολωνία, αλλά αν η ίδια η Ε.Ε., υπό την ενορχήστρωση του Βερολίνου, επιχειρεί ακόμη μια φορά να περάσει κορσέ κηδεμονίας μέσα από την οικονομική και θεσμική της ισχύ. Και δυστυχώς αυτό δεν αφορά μόνο τους Πολωνούς, αλλά όλους τους πολίτες των εθνών που βρίσκονται παγιδευμένοι στο σύγχρονο… ευρω-ράιχ.
