Ηρθε η ώρα για τοπική ενεργειακή αυτονομία. Δεν είναι πολυτέλεια αλλά προϋπόθεση βιωσιμότητας για την Τοπική Αυτοδιοίκηση του 21ου αιώνα
Οι ΟΤΑ πληρώνουν εκατομμύρια για ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ οι λύσεις βρίσκονται μπροστά μας.
- Γράφει ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης*
Την ώρα που οι πολίτες βλέπουν τους λογαριασμούς ενέργειας να επιβαρύνουν ολοένα και περισσότερο τον οικογενειακό τους προϋπολογισμό, οι δήμοι της χώρας καλούνται να διαχειριστούν ένα εξίσου σοβαρό πρόβλημα: το δυσβάσταχτο ενεργειακό κόστος των δημοτικών υποδομών.
Σχολεία, αθλητικά κέντρα, αντλιοστάσια ύδρευσης, βιολογικοί καθαρισμοί, δημοτικά κτίρια και χιλιάδες φωτιστικά σώματα στους δρόμους καταναλώνουν καθημερινά τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας. Σε πολλούς δήμους, ο οδοφωτισμός μόνος του αντιπροσωπεύει έως και το 40% της συνολικής ηλεκτρικής κατανάλωσης, απορροφώντας πολύτιμους πόρους που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε κοινωνικές δομές, έργα υποδομής και βελτίωση της καθημερινότητας των δημοτών.
Η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών αποκάλυψε με τον πιο σκληρό τρόπο τις αδυναμίες του υφιστάμενου μοντέλου. Οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος εκτοξεύτηκαν, οι δημοτικοί προϋπολογισμοί πιέστηκαν ασφυκτικά και πολλοί δήμοι βρέθηκαν να πληρώνουν υπέρογκα ποσά μόνο και μόνο για να διατηρήσουν σε λειτουργία βασικές υπηρεσίες.
Το πρόβλημα δεν οφείλεται μόνο στις αυξήσεις των τιμών. Σε ολόκληρη τη χώρα εξακολουθούν να λειτουργούν παλαιές και ενεργοβόρες εγκαταστάσεις. Φωτιστικά προηγούμενων δεκαετιών, παλαιά συστήματα θέρμανσης και ψύξης, ενεργειακά αναποτελεσματικά κτίρια και ξεπερασμένος ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός δημιουργούν ένα τεράστιο ενεργειακό αποτύπωμα. Οι δήμοι γνωρίζουν το πρόβλημα, αλλά συχνά αδυνατούν να προχωρήσουν στις απαιτούμενες επενδύσεις λόγω έλλειψης χρηματοδότησης και χρονοβόρων διαδικασιών.
Παράλληλα, η χώρα δεν αξιοποίησε όσο θα μπορούσε το εργαλείο των Ενεργειακών Κοινοτήτων. Πρόκειται για έναν θεσμό που επιτρέπει σε δήμους, πολίτες και τοπικούς φορείς να παράγουν τη δική τους καθαρή ενέργεια μέσω φωτοβολταϊκών και άλλων ανανεώσιμων πηγών, μειώνοντας δραστικά το κόστος ηλεκτροδότησης μέσω ενεργειακού συμψηφισμού.
Εάν πριν από πέντε ή δέκα χρόνια είχαν δημιουργηθεί σε μεγάλη κλίμακα δημοτικές ενεργειακές κοινότητες, σήμερα πολλοί δήμοι θα είχαν σημαντικά μικρότερη εξάρτηση από τις διακυμάνσεις της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Αντίθετα, η καθυστέρηση στην ανάπτυξή τους διατήρησε τους ΟΤΑ εγκλωβισμένους στον ρόλο του παθητικού καταναλωτή.
Το ζητούμενο πλέον δεν είναι απλώς η μείωση της κατανάλωσης. Είναι η ενεργειακή μετάβαση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Και οι δυνατότητες είναι πολλές.
Η αντικατάσταση των συμβατικών φωτιστικών με τεχνολογία LED μπορεί να μειώσει την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας έως και κατά 75%. Η ενεργειακή αναβάθμιση σχολείων και δημοτικών κτιρίων με θερμομονώσεις, σύγχρονα συστήματα κλιματισμού και φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις μπορεί να μειώσει τις ενεργειακές δαπάνες πάνω από 60%.
Εξίσου σημαντική είναι η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών διαχείρισης ενέργειας. Οι σύγχρονες «έξυπνες πόλεις» βασίζονται σε ψηφιακά συστήματα που επιτρέπουν την παρακολούθηση και τον έλεγχο της κατανάλωσης σε πραγματικό χρόνο. Μέσω ειδικών αισθητήρων και λογισμικών, οι δημοτικές υπηρεσίες μπορούν να εντοπίζουν ενεργειακές απώλειες, να ρυθμίζουν τη λειτουργία του οδοφωτισμού ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες και να βελτιστοποιούν τη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας σε κτίρια και εγκαταστάσεις.
Η εγκατάσταση συστημάτων τηλεδιαχείρισης στον δημοτικό φωτισμό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τα φωτιστικά μπορούν να προσαρμόζουν αυτόματα την έντασή τους ανάλογα με την κίνηση πεζών και οχημάτων, ή τις καιρικές συνθήκες, επιτυγχάνοντας επιπλέον εξοικονόμηση ενέργειας πέρα από αυτή που προσφέρουν οι λαμπτήρες LED. Παράλληλα, η συλλογή δεδομένων επιτρέπει τον καλύτερο προγραμματισμό συντηρήσεων και τη μείωση των λειτουργικών δαπανών.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά, επίσης, η ενεργειακή εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση των πολιτών. Οι δήμοι μπορούν να διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην προώθηση μιας νέας κουλτούρας εξοικονόμησης ενέργειας μέσω ενημερωτικών δράσεων, σχολικών προγραμμάτων και τοπικών πρωτοβουλιών. Η ενεργειακή μετάβαση δεν αποτελεί αποκλειστικά ζήτημα τεχνολογίας ή επενδύσεων αλλά και αλλαγής νοοτροπίας. Οσο περισσότερο οι πολίτες συμμετέχουν ενεργά, τόσο μεγαλύτερα είναι τα οφέλη για την τοπική κοινωνία και το περιβάλλον.
Υπάρχει όμως και ένας ακόμη, συχνά παραγνωρισμένος, τομέας: η αξιοποίηση των απορριμμάτων ως ενεργειακού πόρου. Κάθε χρόνο χιλιάδες τόνοι οργανικών αποβλήτων από νοικοκυριά, λαϊκές αγορές, κλαδέματα και επιχειρήσεις εστίασης οδηγούνται σε ταφή. Αυτό που σήμερα θεωρείται «σκουπίδι» μπορεί να αποτελέσει πρώτη ύλη για παραγωγή κομπόστ, βιοαερίου και βιοκαύσιμων.
Η ανάπτυξη μονάδων κομποστοποίησης και αναερόβιας χώνευσης θα μπορούσε να μειώσει το κόστος διαχείρισης απορριμμάτων, να περιορίσει τα τέλη ταφής και ταυτόχρονα να παράγει ενέργεια που θα αξιοποιείται για δημοτικές ανάγκες. Πρόκειται για μια πρακτική που εφαρμόζεται εδώ και χρόνια σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και εντάσσεται πλήρως στη λογική της κυκλικής οικονομίας.
Η Αυτοδιοίκηση διαθέτει πλέον τα εργαλεία, την τεχνολογία και τη γνώση. Αυτό που απαιτείται είναι πολιτική βούληση, σταθερή χρηματοδότηση και ένας μακροπρόθεσμος σχεδιασμός που θα αντιμετωπίζει την ενέργεια ως αναπτυξιακό κεφάλαιο και όχι ως μια ανεξέλεγκτη λειτουργική δαπάνη.
Κάθε ευρώ που εξοικονομείται από τον λογαριασμό του ρεύματος είναι ένα ευρώ που μπορεί να επιστρέψει στην κοινωνία. Σε περισσότερα έργα, καλύτερες υπηρεσίες, ενισχυμένες κοινωνικές δομές και αναβαθμισμένη ποιότητα ζωής για τους δημότες. Η ενεργειακή αυτονομία των δήμων δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση βιωσιμότητας για την Τοπική Αυτοδιοίκηση του 21ου αιώνα.
* Ενεργειακός επιθεωρητής διπλ. μηχανολόγος μηχανικός ΑΠΘ
