Άγνωστοι συνεργοί τηλεφωνούσαν σε ανυποψίαστους πολίτες, προσποιούμενοι τους αστυνομικούς, επικαλούνταν τον τραυματισμό συγγενικού τους προσώπου σε τροχαίο.
Στον εντοπισμό και τη σύλληψη δύο αλλοδαπών, ενός άνδρα και μιας γυναίκας ηλικίας 40 ετών, προχώρησαν οι αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ρεθύμνου, που διέπρατταν τηλεφωνικές απάτες. Οι συλλήψεις πραγματοποιήθηκαν το βράδυ της Τετάρτης στο λιμάνι του Ηρακλείου, σε μια συντονισμένη επιχείρηση με τη συνδρομή στελεχών του Κεντρικού Λιμεναρχείου.
Το χρονικό της δράσης και η μεθοδολογία των «εισπρακτόρων» Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας, η δράση των συλληφθέντων εντοπίζεται στο τριήμερο μεταξύ 2 και 4 Μαρτίου 2026. Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε ήταν η συνήθης των εγκληματικών οργανώσεων του είδους: άγνωστοι συνεργοί των συλληφθέντων τηλεφωνούσαν σε ανυποψίαστους πολίτες και, προσποιούμενοι τους αστυνομικούς, επικαλούνταν τον επείγοντα τραυματισμό συγγενικού τους προσώπου σε τροχαίο ατύχημα.
Με αυτό το πρόσχημα, έπειθαν τα θύματα να παραδώσουν χρήματα και τιμαλφή για την κάλυψη δήθεν ιατρικών εξόδων ή νομικών διαδικασιών. Οι δύο 40χρονοι που συνελήφθησαν είχαν αναλάβει τον κομβικό ρόλο του «εισπράκτορα», μεταβαίνοντας στις οικίες των θυμάτων για την παραλαβή των λείων. Με αυτόν τον τρόπο, κατάφεραν να αποσπάσουν σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις κοσμήματα και χρυσές λίρες συνολικής αξίας 22.000 ευρώ, καθώς και το ποσό των 950 ευρώ σε μετρητά.
Η σύλληψη και η απόδοση των κλοπιμαίων Η έρευνα της Υποδιεύθυνσης Ρεθύμνου οδήγησε στην ταυτοποίηση των δραστών, οι οποίοι εντοπίστηκαν τη στιγμή που ετοιμάζονταν να απομακρυνθούν από το νησί. Στην κατοχή τους βρέθηκε το σύνολο των αφαιρεθέντων κοσμημάτων, τα οποία αφού αναγνωρίστηκαν από τους παθόντες, τους αποδόθηκαν άμεσα.