Σε μείζον πολιτικό και δικαστικό ζήτημα εξελίσσεται στις Ηνωμένες Πολιτείες η προσφυγή του Ελληνοαμερικανού δικαστή μετανάστευσης Τζορτζ Πάππας. Ο κ. Πάππας κατέθεσε αγωγή στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Μασαχουσέτης εναντίον του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης και του υπηρεσιακού υπουργού, Τοντ Μπλανς, υποστηρίζοντας ότι η απομάκρυνσή του από το σώμα υποκρύπτει σαφείς διακρίσεις λόγω της ελληνικής του καταγωγής, της ηλικίας του, αλλά και της προηγούμενης επαγγελματικής του δράσης.
Ομογενής με ελληνική υπηκοότητα και γονείς από την Ελλάδα, ο κ. Πάππας σημειώνει στην αγωγή του ότι το επώνυμό του είναι άμεσα αναγνωρίσιμο, γεγονός που συνέβαλε στη δυσμενή μεταχείρισή του. Είχε διοριστεί τον Ιούλιο του 2023, υπηρετώντας στα δικαστήρια της Βοστώνης και του Τσέλμσφορντ, και καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του ελάμβανε άριστες αξιολογήσεις, χωρίς να του έχει επιβληθεί ποτέ καμία πειθαρχική κύρωση. Παρά ταύτα, τον Ιούλιο του 2025 ενημερώθηκε ότι η διετής δοκιμαστική του θητεία δεν θα ανανεωνόταν.
Το πολιτικό παρασκήνιο και το «κύμα» απολύσεων
Η υπόθεση αποκτά ευρύτερες διαστάσεις, καθώς συνδέεται άμεσα με τη στροφή της αμερικανικής πολιτικής μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Σύμφωνα με το σκεπτικό της προσφυγής, το 2025 εκδόθηκαν εσωτερικά κυβερνητικά σημειώματα που τερμάτιζαν τις πολιτικές διαφορετικότητας και συμπερίληψης (DEI), στοχοποιώντας παράλληλα δικαστές με συγκεκριμένο υπόβαθρο.
Η αγωγή κάνει λόγο για ένα συνολικότερο κύμα απομακρύνσεων που έπληξε δυσανάλογα στελέχη από εθνικές και φυλετικές μειονότητες, καθώς και όσους είχαν εργαστεί επί χρόνια ως δικηγόροι για την προστασία των δικαιωμάτων των προσφύγων. Όπως επισημαίνεται, οι δικαστές με αποκλειστική εμπειρία σε διωκτικές ή εισαγγελικές αρχές διατήρησαν τις θέσεις τους, ενώ αντίθετα απολύθηκαν όσοι προέρχονταν από την υπεράσπιση μεταναστών. Παράλληλα, στοιχειοθετείται και διάκριση λόγω ηλικίας, καθώς η πλειονότητα των απομακρυνθέντων ήταν άνω των 40 ετών.
Με την κίνησή του αυτή, ο Ελληνοαμερικανός δικαστής ζητά την άμεση αποκατάσταση και επιστροφή στα καθήκοντά του, την καταβολή των χαμένων μισθών και αποζημιώσεων, καθώς και τη δικαστική αναγνώριση ότι υπήρξε θύμα παράνομων διακρίσεων.
