Δύο στοχευμένες παρεμβάσεις στις μεταβιβάσεις ακινήτων, με βασικό μηχανισμό την παρακράτηση ποσών από τον συμβολαιογράφο και την απευθείας απόδοσή τους στην ΑΑΔΕ, περιλαμβάνονται στο σχέδιο νόμου για τη μείωση της γραφειοκρατίας που παρουσιάστηκε χθες, 4 Φεβρουαρίου 2026.
Κοινός παρονομαστής των ρυθμίσεων είναι η προσπάθεια άρσης πρακτικών αδιεξόδων που σήμερα μπλοκάρουν συναλλαγές, είτε λόγω έλλειψης ρευστότητας είτε λόγω φορολογικών εκκρεμοτήτων, χωρίς ουσιαστικό όφελος για το Δημόσιο ή τους πολίτες.
Η πρώτη παρέμβαση αφορά τις μεταβιβάσεις ακινήτων μέσω κληρονομιάς. Σύμφωνα με τη νέα πρόβλεψη, ο φόρος κληρονομιάς δεν θα απαιτείται να έχει καταβληθεί εκ των προτέρων προκειμένου να συνταχθεί το συμβόλαιο. Αντίθετα, το ποσό του φόρου θα μπορεί να καλύπτεται από το τίμημα της μεταβίβασης, με τον συμβολαιογράφο να αναλαμβάνει την παρακράτησή του υπέρ της ΑΑΔΕ.
Στο νέο πλαίσιο, το συμβόλαιο θα συντάσσεται χωρίς πιστοποιητικό πληρωμής φόρου, ενώ ο συμβολαιογράφος θα παρακρατεί το οφειλόμενο ποσό, θα το αποδίδει στην ΑΑΔΕ και θα υποβάλλει τη σχετική φορολογική δήλωση ταυτόχρονα με την υπογραφή της πράξης. Με τον τρόπο αυτό, η διαδικασία αποσυνδέεται από την προϋπόθεση άμεσης καταβολής του φόρου από τον κληρονόμο.
Σήμερα, η υποχρέωση προηγούμενης εξόφλησης του φόρου κληρονομίας λειτουργεί αποτρεπτικά για φορολογουμένους που δεν διαθέτουν επαρκή ρευστότητα. Αποτέλεσμα είναι πολλές μεταβιβάσεις να «κολλούν» επ’ αόριστον, με τα ακίνητα να παραμένουν αναξιοποίητα και το Δημόσιο να μην εισπράττει τελικά τον φόρο.
Η δεύτερη παρέμβαση
Στη δεύτερη παρέμβαση, το σχέδιο νόμου επιχειρεί να επιλύσει το πρόβλημα της μεταβίβασης κατασχεμένων ακινήτων. Σήμερα, τέτοιες μεταβιβάσεις μπορούν να ανατραπούν ανά πάσα στιγμή από την ΑΑΔΕ, γεγονός που δημιουργεί αβεβαιότητα και αποθαρρύνει συναλλαγές.
Με τη νέα ρύθμιση, η φορολογική Αρχή θα αποκτά τη δυνατότητα να απελευθερώνει οριστικά τη μεταβίβαση, υπό την προϋπόθεση ότι μέρος του τιμήματος θα παρακρατείται από τον συμβολαιογράφο και θα αποδίδεται στην ΑΑΔΕ για την κάλυψη της οφειλής. Το ποσοστό της παρακράτησης δεν θα είναι ενιαίο, αλλά θα καθορίζεται κατά περίπτωση.
Κρίσιμο στοιχείο της πρόβλεψης είναι ότι η παρακράτηση θα συνδέεται με τα πραγματικά δεδομένα κάθε υπόθεσης. Η ΑΑΔΕ θα ορίζει το ποσοστό με βάση τόσο το ύψος της οφειλής όσο και το ποσό που προκύπτει από τη μεταβίβαση, διασφαλίζοντας ότι το Δημόσιο εισπράττει απευθείας μέρος των χρεών, χωρίς να ακυρώνεται η συναλλαγή.
Σύμφωνα με την παρουσίαση του σχεδίου νόμου, οι δύο παρεμβάσεις εντάσσονται σε μια ευρύτερη λογική εξορθολογισμού των διαδικασιών, με στόχο τη μείωση της γραφειοκρατίας, την επιτάχυνση των μεταβιβάσεων και την αποτελεσματικότερη είσπραξη φορολογικών εσόδων μέσα από την ίδια τη συναλλαγή.


