Η πίεση της κοινωνίας και το δίκιο των δανειοληπτών «έφεραν» τη σωστή ετυμηγορία από τους κορυφαίους δικαστές
Κομβικής σημασίας από πολλές πλευρές είναι η απόφαση που έλαβε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το θέμα του ανατοκισμού των δανείων. Καταρχάς, για πολλούς ήταν μια μεγάλη έκπληξη, δεδομένου ότι έως τώρα το ανώτατο δικαστήριο -όπως και το ΣτΕ, άλλωστε- νομιμοποιούσε τις επιλογές της εκτελεστικής εξουσίας, έστω κι αν ήταν εξοντωτικές για την ελληνική κοινωνία.
- Από τον Ανδρέα Καψαμπέλη
Ιδιαίτερα μετά την επιβολή των Μνημονίων, οι πολίτες έχουν πικρή εμπειρία από αυτές τις δικαστικές ετυμηγορίες που έβγαλαν «συνταγματικό» κάθε μέτρο οικονομικής αφαίμαξης και κάθε περικοπή για μισθούς, δώρα, συλλογικές συμβάσεις, εργασιακά δικαιώματα.
Από την άλλη πλευρά, η ατιμωρησία των πολιτικών έχει σπάσει κάθε αρνητικό ρεκόρ, με αποτέλεσμα ο συνδυασμός αυτών των δύο παραμέτρων να έχει οδηγήσει, ύστερα από 15 και πλέον χρόνια, τη Δικαιοσύνη στο ναδίρ από πλευράς αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης. Η μεταστροφή στο κορυφαίο συλλογικό σώμα της ελληνικής Δικαιοσύνης δεν είναι καθόλου άσχετη με τις κοινωνικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στη χώρα, με την οργή και την αγανάκτηση που φουντώνουν μεταξύ των πολιτών και την πίεση που ασκείται ώστε να περιοριστούν η αδικία και η εξαθλίωση μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού.
Φαίνεται ότι αυτό το κλίμα, έστω και με καθυστέρηση, έχει «φτάσει» και στην ηγεσία της Δικαιοσύνης, που νιώθει πλέον την ανάγκη της αυτοπροστασίας, την ώρα μάλιστα που, αντιστρόφως ανάλογα, απαξιώνεται ολοένα και περισσότερο ως φθαρμένο και παρηκμασμένο το υπάρχον πολιτικό σκηνικό, προεξάρχουσας της σημερινής κυβέρνησης, η οποία δεν έχει πια και την ισχύ του παρελθόντος στη χειραγώγηση καταστάσεων και εξελίξεων. Αρα, απελευθερώνονται δυνάμεις και οι τάσεις σε όλο το σύστημα του δημόσιου βίου γίνονται πιο φυγόκεντρες.
Χαρακτηριστικό της μεταστροφής αυτής είναι ότι είναι ακόμη νωπές οι μνήμες από την απόφαση που είχε λάβει επίσης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου -με άλλη σύνθεση βεβαίως- τέτοιες ημέρες πριν από τρία χρόνια, σύμφωνα με την οποία τα funds μπορούν να διενεργούν πλειστηριασμούς, παρέχοντας ειδική νομιμοποίηση στους servicers να γίνονται διάδικοι, σε αντίθεση με τον νόμο 3156/2003, που δεν τους έδινε αυτή τη δυνατότητα, ούτε να πραγματοποιούν δικαστικές ενέργειες επί των ακινήτων που είχαν περιέλθει στην κυριότητά τους.
Fast track
Μάλιστα, η απόφαση αυτή –την οποία είχε προκλητικά προαναγγείλει και ο Γ. Στουρνάρας ως διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος- είχε ληφθεί με fast track διαδικασία μέσα σε μερικές εβδομάδες, προκαλώντας πρόσθετες αντιδράσεις σε ολόκληρο τον νομικό κόσμο της χώρας. Και η δημοσίευση της απόφασης αυτής σηματοδότησε νέο κύμα πλειστηριασμών σπιτιών «κόκκινων» δανειοληπτών, τα δάνεια των οποίων έχουν αγοραστεί από τα funds.
Εκτός από τις τράπεζες και τα funds, που, αν και κερδίζουν δισεκατομμύρια, άρχισαν αμέσως τη σπέκουλα και την κινδυνολογία για τις επιπτώσεις, η τωρινή απόφαση αποτελεί έναν μεγάλο κόλαφο και για την κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη, η οποία αυτή τη φορά δεν κατάφερε να επηρεάσει παρασκηνιακά τους συσχετισμούς, αποδεικνύοντας ότι έχει χάσει μεγάλο τμήμα της ισχύος της. Ετσι, όσοι ψήφισαν υπέρ των funds (όπως αποκαλύπτει ο «Αδέκαστος» στις σελίδες 6-7, μαζί με όλο το παρασκήνιο της επεισοδιακής συνεδρίασης κεκλεισμένων των θυρών), μεταξύ αυτών, και πέντε προαχθέντες σε αντιπροέδρους τον περασμένο Ιούνιο από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, παρέμειναν μειοψηφία.
Τι γίνεται τώρα μετά την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου; Η απόφαση δεσμεύει όλα τα δικαστήρια και τους servicers, γιατί ξεκαθαρίζει πώς ερμηνεύεται ο νόμος Κατσέλη. Επίσης, η κυβέρνηση καλείται να προβεί σε νομοθετική ρύθμιση ώστε να μην καταλήξουν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι στα δικαστήρια, αλλά και να ρυθμίσει το θέμα του πιθανού κόστους στο Δημόσιο. Μείζον θέμα είναι και η επέκταση αυτής της ισχύος της απόφασης και στους άλλους περίπου 700.000 δανειολήπτες που δεν έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη. Και, όπως τονίζουν οι ειδικοί εργατολόγοι, για την επέκταση αυτή θα χρειαστεί νέα δίκη. Ενα ερώτημα που τίθεται αφορά και την αναδρομική εφαρμογή της απόφασης, για την οποία αναμένεται να δοθούν νέες μάχες για τα χρήματα που πληρώθηκαν παραπάνω.
Ηδη οι ειδικοί τονίζουν ότι ανοίγει ξεκάθαρα ο δρόμος για επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, είτε με συμψηφισμό είτε με αξίωση. Αν και μένει να καθαρογραφεί η απόφαση, μια μεγάλη κατηγορία νομικών που ασχολούνται με τα θέματα αυτά εξηγούν ότι η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου δεν αλλάζει τον νόμο, ερμηνεύει πώς ίσχυε από την αρχή και άρα αφορά και παλιές ρυθμίσεις και εκκρεμείς υποθέσεις. Κανονικά, επομένως, οι τράπεζες και τα funds πρέπει να ρυθμίσουν αυτόματα τις χρεώσεις στη νέα νομολογία, αλλά δεν υπάρχουν αυταπάτες ότι θα κάνουν ό,τι μπορούν για να το καθυστερήσουν, αν όχι και να το αποτρέψουν.
Η οριστική καθαρογραφή της απόφασης, πάντως, αναμένεται να γίνει το αργότερο εντός δύο μηνών, λόγω του κατεπείγοντος της υπόθεσης, και με ενδιαφέρον αναμένονται και τα «ψιλά γράμματά» της, προκειμένου να φανεί εάν θα υπάρχουν κάποιες παγίδες που θα επιτρέψουν στα funds να κάνουν ελιγμούς, ώστε να συνεχίσουν να απομυζούν επιπλέον δισεκατομμύρια χρεώσεων από τους δανειολήπτες.
Λούκα Κατσέλη: Εδώ και τώρα νομοθετική πρωτοβουλία
Οπως τονίζει σε δήλωσή της και η Λούκα Κατσέλη -το όνομα της οποίας έχει πάρει ο σχετικός νόμος, του οποίου κρίθηκε η σωστή εφαρμογή-, «δεδομένης της κερδοφορίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και των περιορισμένων ωφελειών που θα προέκυπταν από το αίτημά τους, μια απόφαση που θα δικαίωνε τις τράπεζες και τους διαχειριστές δανείων θα αποτελούσε ακόμα μία πράξη άδικης αναδιανομής εισοδήματος από τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά στις τράπεζες και στα funds.
Θα είχε επίσης αρνητικές συνέπειες και για το τραπεζικό σύστημα, καθώς θα αύξανε το ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, με επιπτώσεις για την αξιολόγησή τους, και θα μείωνε τις τιμές των ακινήτων στον ισολογισμό τους λόγω νέου κύματος πλειστηριασμών». Η πρώην υπουργός, μάλιστα, καλεί την κυβέρνηση να πάρει νομοθετική πρωτοβουλία ώστε «να επανέλθουν οι βασικές αρχές του νόμου Κατσέλη: η προστασία του δικαιώματος στη στέγαση, στην κοινωνική και την επαγγελματική επανένταξη και στην εξασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών διαβίωσης αποτελεί προϋπόθεση για μια εύρωστη δημοκρατία».