Ο κυβερνήτης του γερμανικού υποβρυχίου διέκρινε τη σκιά του στόχου του στον νυχτερινό ουρανό, στα ανοικτά της νότιας Αγγλίας, και διέταξε την εκτόξευση μίας και μόνο τορπίλης. Ήταν η τελευταία φορά που η ακταιωρός Tampa της Αμερικανικής Ακτοφυλακής και τα 131 μέλη του πληρώματός της θα γίνονταν ορατά για περισσότερα από 107 χρόνια.
Μόλις τρία λεπτά μετά το πλήγμα στο μέσον του πλοίου, το Tampa είχε ήδη καταλήξει στον πυθμένα του Ατλαντικού, παρασύροντας στον θάνατο ολόκληρο το πλήρωμα, στη μεγαλύτερη ναυτική απώλεια που υπέστησαν οι αμερικανικές δυνάμεις στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Χθες (29/4), η Ακτοφυλακή ανακοίνωσε ότι το ναυάγιο εντοπίστηκε το περασμένο Σαββατοκύριακο από ομάδα Βρετανών δυτών σε βάθος 91 μέτρων, περίπου 80 χιλιόμετρα ανοικτά της Κορνουάλης. Τον εντοπισμό πραγματοποίησε η British Gasperados Dive Team, μια εθελοντική ομάδα τεχνικών καταδύσεων που συνεργάζεται με ιστορικούς και ερευνητές για την ανεύρεση ναυαγίων στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως αναφέρει και η σελίδα της στο Facebook. Η ομάδα αναζητούσε το Tampa από το 2023.
«Η ανακάλυψη αυτή αποτελεί το αποτέλεσμα τριετούς έρευνας και εξερεύνησης. Το Tampa έχει ιδιαίτερη σημασία για τις ΗΠΑ και τις οικογένειες όσων χάθηκαν εκείνη την ημέρα. Η τελευταία τους κατοικία εντοπίστηκε επιτέλους», δήλωσε ο επικεφαλής της ομάδας, Στιβ Μόρτιμερ, σε ανάρτησή του στο Facebook. Σε άλλη ανάρτηση σημείωσε: «Ο εντοπισμός δεν ήταν υπόθεση ενός μόνο Σαββατοκύριακου. Ήταν η δέκατη αποστολή για πιθανούς στόχους και όλοι συνέβαλαν. Ακόμη δεν το πιστεύουμε. Τα καταφέραμε».
Η Ακτοφυλακή ανέφερε ότι παρείχε στην ομάδα αρχειακό υλικό και δεδομένα για την ταυτοποίηση του ναυαγίου, συμπεριλαμβανομένων εικόνων από εξαρτήματα καταστρώματος, το πηδάλιο και τον οπλισμό του πλοίου. Όπως δήλωσε ο ιστορικός της Ατλαντικής Ακτοφυλακής, William Thiesen, χρησιμοποιήθηκαν επίσης παλαιότερες φωτογραφίες του Tampa.
Στις 17 Σεπτεμβρίου 1918, το πλοίο ξεκίνησε αποστολή συνοδείας νηοπομπής στον Ατλαντικό. Στις 26 Σεπτεμβρίου, ο κυβερνήτης ζήτησε άδεια να αποχωρήσει, καθώς τα αποθέματα άνθρακα είχαν μειωθεί επικίνδυνα και απαιτούνταν ανεφοδιασμός. Το αίτημα εγκρίθηκε και το πλοίο κατευθύνθηκε με πλήρη ταχύτητα προς λιμάνι της Ουαλίας, περίπου στις 16:00.
Περί τις 20:15, το Tampa εντοπίστηκε από το γερμανικό υποβρύχιο UB-41, το οποίο εκτόξευσε μία τορπίλη. Η αρχική έκρηξη ακολουθήθηκε από δεύτερη, πιθανότατα λόγω ανάφλεξης σκόνης άνθρακα ή πυροδότησης βομβών βάθους που βρίσκονταν στο πλοίο, σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία της Ακτοφυλακής.
Αεροσκάφος που στάλθηκε για έρευνες, όταν το πλοίο δεν έφτασε στον προορισμό του, εντόπισε συντρίμμια την επόμενη ημέρα. Στο Tampa επέβαιναν 111 μέλη της Ακτοφυλακής, τέσσερις ναύτες του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ και 16 Βρετανοί, μεταξύ των οποίων προσωπικό του Βασιλικού Ναυτικού και πολίτες.
Τα μέλη του πληρώματος προέρχονταν από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και περιοχές των ΗΠΑ, ενώ περιλαμβάνονταν και μετανάστες από τη Ρωσία και τη Νορβηγία. Έντεκα από τους νεκρούς ήταν Αφροαμερικανοί, οι πρώτοι λιμενικοί από μειονότητες που έχασαν τη ζωή τους σε μάχη, σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία της υπηρεσίας.
«Η βύθιση του Tampa το 1918 άφησε βαθύ αποτύπωμα θλίψης στην υπηρεσία μας», ανέφερε σε δήλωσή του ο διοικητής της Ακτοφυλακής, ναύαρχος Kevin Lunday. «Ο εντοπισμός του ναυαγίου μάς φέρνει πιο κοντά στη θυσία τους και υπενθυμίζει τη διαχρονική αξία της αφοσίωσης στο καθήκον». Η Ακτοφυλακή σχεδιάζει την περαιτέρω διερεύνηση του ναυαγίου με τη χρήση αυτόνομων και ρομποτικών συστημάτων.




