Διατάσσει να τεθούν υπόψη του όλα τα δεδομένα για τα οποία κρίθηκε επιβεβλημένη η τηλεφωνική παρακολούθηση
Νέα τροπή παίρνει η υπόθεση των υποκλοπών, με την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας να ζητά από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών να διαβιβάσει στο ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο τον φάκελο παρακολούθησης του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη το καλοκαίρι του 2020, όταν τέθηκε σε «νόμιμη επισύνδεση» από την ΕΥΠ που εποπτεύεται από το Μέγαρο Μαξίμου, επικαλούμενη «λόγους εθνικής ασφάλειας».
Με την υπ’ αριθμόν 709/2026 απόφαση, με προεδρεύοντα τον πρόεδρο του ΣτΕ Μιχάλη Πικραμένο και εισηγήτρια της υπόθεσης τη Μαρλένα Τριπολιτσιώτη, οι σύμβουλοι Επικρατείας ζητούν να τεθούν υπόψη τους όλα τα δεδομένα για τα οποία κρίθηκε επιβεβλημένη από την ΕΥΠ η τηλεφωνική παρακολούθηση του Θανάση Κουκάκη, ώστε να καταλήξουν σε κρίση επί της προσφυγής του δημοσιογράφου για τους λόγους παρακολούθησής του. Σε περίπτωση καταστροφής, ζητά ενημέρωση από την ΕΥΠ γιατί και πώς καταστράφηκε ο φάκελος.
Η απόφαση ελήφθη κατά πλειοψηφία, κατά τη διάσκεψη των μελών της Ολομέλειας, στις 2 Μαρτίου. Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών έχει χρονικό περιθώριο τριών μηνών για να απαντήσει. Υπενθυμίζεται ότι μετά τη νόμιμη παρακολούθησή του από την ΕΥΠ, το κινητό τηλέφωνο του δημοσιογράφου του οικονομικού ρεπορτάζ είχε μολυνθεί μέσα στο 2021 με το λογισμικό της Predator μέσω κακόβουλου SMS/link. Για περίπου 10 εβδομάδες υπήρχε δυνατότητα πλήρους πρόσβασης στη συσκευή του (κλήσεις, μικρόφωνο, μηνύματα κ.λπ.).
Ο δημοσιογράφος είχε ζητήσει από την Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) να μάθει αν παρακολουθούνταν. Ομως, άλλαξε ο νόμος, ώστε όσοι είχαν τεθεί υπό παρακολούθηση για λόγους «εθνικής ασφάλειας» να μην ενημερώνονται εκ των υστέρων. Στη συνέχεια ο Θανάσης Κουκάκης ζήτησε από το ΣτΕ να αποφανθεί ως προς την άρνηση της ΕΥΠ να θέσει υπόψη της ΑΔΑΕ τον υπηρεσιακό φάκελο της άρσης απορρήτου των επικοινωνιών του.
Ολα αυτά τρεις εβδομάδες μετά τον σάλο που προκάλεσε η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα να θέσει οριστικά στο αρχείο την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών, αν και το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών είχε κρίνει πως πρέπει να γίνει περαιτέρω έρευνα. Τώρα το ΣτΕ φαίνεται πως έχει διαφορετική προσέγγιση από τον ανώτατο εισαγγελικό λειτουργό.
Στην Επιτροπή Θεσμών της Βουλής Τζαβέλλας και Δεμίρης
Εφτασε επιτέλους η ώρα του απολογισμού για την υπόθεση των υποκλοπών, καθώς στον απόηχο των ραγδαίων εξελίξεων και παρά τις λυσσώδεις προσπάθειες της κυβέρνησης να θάψει για πολλοστή φορά το θέμα προγραμματίστηκε για αύριο, Τετάρτη, η ακρόαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα καθώς και του Διοικητή της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ) Θεμιστοκλή Δεμίρη στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής.
Η πλειοψηφία σύρθηκε στην κλήτευσή του, καθώς είχαν προηγηθεί διαδοχικά αιτήματα από την αντιπολίτευση, μείζονα και ελάσσονα, με πρώτο εκείνο της Πλεύσης Ελευθερίας, η οποία κάνει μάλιστα λόγω για «μεγάλη νίκη» της αντιπολίτευσης. Αξίζει να σημειωθεί πως η διαδικασία έχει χωριστεί σε δύο σκέλη, καθώς η ακρόαση του Θεμιστοκλή Δεμίρη ορίστηκε για τις 09.00 και στη συνέχεια στις 13.00 θα δώσει εξηγήσεις ο Κωνσταντίνος Τζαβέλλας.
Αξίζει να σημειωθεί πως, σύμφωνα με την πρόσκληση που εστάλη στα μέλη της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, στην ακρόαση του διοικητή της ΕΥΠ θα παρίσταται ο αρμόδιος υπουργός Επικρατείας Ακης Σκέρτσος. Θεωρείται δεδομένο πως η πλειονότητα, επικαλούμενη θέματα εθνικής ασφάλειας, θα κρατήσει κλειστή τη συνεδρίαση, προκειμένου να κρατήσει το θέμα όσο το δυνατόν πιο χαμηλά. Σε κάθε περίπτωση, αυτή θεωρείται εβδομάδα υποκλοπών, καθώς επίκειται -εκτός απροόπτου την Παρασκευή- η συζήτηση και ψήφιση του αιτήματος του ΠΑΣΟΚ για συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής για την υπόθεση των υποκλοπών.
Το βασικό ζήτημα είναι πως η πλειοψηφία αναμένεται να μπλοκάρει τη σύσταση της επιτροπής, παρόλο που ο αναθεωρημένος Καταστατικός Χάρτης της χώρας προβλέπει ρητώς πως η σύσταση εξεταστικής αποτελεί πλέον δικαίωμα και της μειοψηφίας. Η Ν.Δ., ωστόσο, αναμένεται να επικαλεστεί την πρόβλεψη του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο το δικαίωμα της μειοψηφίας αφορά ζητήματα που δεν ανάγονται στην εξωτερική πολιτική ή την εθνική άμυνα, προκειμένου να αυξήσει τεχνηέντως την απαιτούμενη πλειοψηφία και να μην συγκροτηθεί εξεταστική επιτροπή για τις υποκλοπές.