Συγγραφέας, podcaster και το τηλεοπτικό «Γεράκι» του «The Chase», ο Πάνος Δημάκης επιστρέφει με ένα νέο μυθιστόρημα εμπνευσμένο από το επεισόδιο Τελλίνι, μία από τις πιο αινιγματικές υποθέσεις της νεότερης ελληνικής Ιστορίας.
Πολυπράγμων, ανήσυχος και βαθιά ερωτευμένος με τη γλώσσα, ο Πάνος Δημάκης κινείται με την ίδια άνεση από τις σελίδες της λογοτεχνίας στα τηλεοπτικά στούντιο και από την ιστορική έρευνα στα μικρόφωνα του podcast του.
- Από τη Γιώτα Βαζούρα
Το κοινό τον γνώρισε ευρύτερα ως το «Γεράκι» του τηλεοπτικού σόου «The Chase» του Mega, πίσω όμως από τη δημόσια εικόνα του ευρυμαθούς… chaser βρίσκεται ένας άνθρωπος που αναζητά διαρκώς ιστορίες – και κυρίως τους ανθρώπους μέσα σε αυτές.
Εχοντας ήδη αφήσει το αποτύπωμά του στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία με το best-seller του «Δεκαεπτά κλωστές» -που μεταφέρθηκε τηλεοπτικά από τον Σωτήρη Τσαφούλια-, ο Πάνος Δημάκης επιστρέφει με ένα νέο ιστορικό μυθιστόρημα βασισμένο στο επεισόδιο Τελλίνι, μία από τις πιο σκοτεινές και ανεξιχνίαστες υποθέσεις της νεότερης ελληνικής Ιστορίας. Μια δολοφονία που συγκλόνισε την Ευρώπη του 1923, πυροδότησε διεθνή κρίση και μετέτρεψε την Κέρκυρα σε επίκεντρο πολιτικών και διπλωματικών εξελίξεων.
Μέσα από πραγματικά γεγονότα, πρόσωπα και μυθοπλασία ο συγγραφέας Πάνος Δημάκης χτίζει μια δραματική ιστορία για την εξουσία, την αλαζονεία, τη χειραγώγηση, αλλά και την ανθρώπινη ανάγκη για ελπίδα. Το καλοκαίρι του 1923, και ενώ η Ελλάδα προσπαθούσε ακόμη να επουλώσει τα τραύματα της Μικρασιατικής Καταστροφής, η δολοφονία του Ιταλού στρατηγού Τελλίνι και τεσσάρων ακόμη μελών της διεθνούς επιτροπής οριοθέτησης της ελληνοαλβανικής μεθορίου, στον δρόμο Ιωαννίνων – Κακαβιάς, πυροδότησε διεθνή κρίση.
Το γεγονός οδήγησε στον βομβαρδισμό και στην κατάληψη της Κέρκυρας από τους Ιταλούς, αποκαλύπτοντας από νωρίς τις επεκτατικές διαθέσεις της φασιστικής Ιταλίας στα Βαλκάνια. Με αφορμή το βιβλίο του με τίτλο «Ο ήλιος στα μάτια των λιονταριών» (εκδ. Διόπτρα), ο κ. Δημάκης μιλάει στο «ENJOY» για τη γοητεία των ιστορικών μυστηρίων, τη σχέση της γλώσσας με τη σκέψη, τη δημόσια χρήση των λέξεων, αλλά και για το πώς η γνώση μπορεί σήμερα να γίνει άλλοτε εργαλείο ουσίας και άλλοτε απλώς θέαμα.
Αποφασίσατε να ασχοληθείτε με το επεισόδιο Τελλίνι – τι ήταν αυτό που σας τράβηξε σε αυτή την ιστορία; Το ίδιο το έγκλημα ή οι συνέπειές του;
Αμφότερα! Το ίδιο το έγκλημα θυμίζει γκανγκστερικές δολοφονίες, αλλά ό,τι ακολούθησε-οι πολιτικές και διπλωματικές προεκτάσεις του- έκανε την υπόθεση πολύ σαγηνευτική για μένα, ιδιαίτερα λόγω των παραλληλισμών με το σήμερα. Πριν από έναν αιώνα αυτή η άγνωστη σήμερα ιστορία συγκλόνισε κυριολεκτικά την υφήλιο και για έναν ολόκληρο μήνα η Κέρκυρα ήταν στα στόματα όλων, μια και όλοι φοβούνταν ότι θα εξελισσόταν σε έναν καινούργιο πόλεμο, και δη μεταξύ συμμάχων.
Κατά τη διάρκεια της έρευνάς σας υπήρξε κάποιο στοιχείο που σας συγκλόνισε ιδιαίτερα;
Θα έλεγα ότι ήταν η ομοιότητα της υπόθεσης με αυτά που συμβαίνουν τη σήμερον ημέρα. Για παράδειγμα, η όλη συμπεριφορά του Μουσολίνι μοιάζει πολύ με εκείνη του Τραμπ. Επίσης, η αδράνεια και η εν γένει στάση της Κοινωνίας των Εθνών απέναντι στο πρόβλημα ήταν σοκαριστική για μένα.
Το επεισόδιο Τελλίνι παραμένει σε μεγάλο βαθμό ένα μυστήριο. Πιστεύετε ότι η αλήθεια έχει χαθεί ή απλώς δεν έχει αποκαλυφθεί πλήρως;
Φοβούμαι πως έχει χαθεί. Εχοντας μιλήσει με ιστορικούς αλλά και στρατιωτικούς στα ιστορικά αρχεία του Στρατού, και με το έγκλημα να παραμένει ανεξιχνίαστο έναν αιώνα μετά, θεωρώ ότι όποιοι ενεπλάκησαν σε αυτό μάλλον κάλυψαν πολύ καλά τα ίχνη τους. Δεν έχουν βρεθεί ξεκάθαρα ενοχοποιητικά στοιχεία και μπορούμε να κάνουμε μόνο εικασίες, όλες εκ των οποίων αναλύονται λογοτεχνικά στο βιβλίο. Μάλιστα, στο τέλος επιλέγω τη δική μου εκδοχή, αλλά οι αναγνώστες έχουν όλα τα στοιχεία ώστε να επιλέξουν εκείνη που θεωρούν πιο πιθανή.
Το βιβλίο σας «Δεκαεπτά κλωστές» μεταφέρθηκε στη μικρή οθόνη από τον Σωτήρη Τσαφούλια. Πώς ήταν να βλέπετε την ιστορία σας να «ζωντανεύει»;
Είναι ένα μαγικό συναίσθημα να βλέπεις τα λόγια να ζωντανεύουν μέσα από τους ήρωές σου, που παίρνουν σάρκα και οστά και αναπνέουν μπροστά σου. Ημουν πολύ τυχερός που το βιβλίο μου ενέπνευσε ανθρώπους όπως τον Σωτήρη και τη Μιρέλλα Παπαοικονόμου να δημιουργήσουν κάτι τόσο βαθύ και δυνατό.
Σας άλλαξε αυτή η εμπειρία στον τρόπο που προσεγγίζετε πλέον τη γραφή;
Θα έλεγα πως όχι. Ηδη από το πρώτο μου μυθιστόρημα έγραφα με κινηματογραφικό τρόπο και υποθέτω ότι αυτό είναι που έχει εμπνεύσει παραγωγούς και κανάλια να συζητήσουν σοβαρά το ενδεχόμενο μεταφοράς και των επόμενων βιβλίων μου στην οθόνη, μετά τις «Δεκαεπτά κλωστές». Αυτά που άλλαξαν είναι τα θέματα και η ίδια η γραφή, που έγινε πιο στιβαρή, με λιγότερο λυρισμό, παρόλο που δεν τον απεμπολώ καθόλου, γιατί τον χρησιμοποίησα σκοπίμως.

Το «Γεράκι» είναι ρόλος ή προέκταση του εαυτού σας;
Ποτέ δεν είδα το «Γεράκι» ως ρόλο. Εγώ επέλεξα το ψευδώνυμό μου γιατί εμπεριέχει πολλά στοιχεία του εαυτού μου. Αλλά πέρα από το όνομα, η εν γένει συμπεριφορά μου στον έξω κόσμο δεν διαφέρει. Οποιος με γνωρίσει από κοντά θα δει ότι είμαι ήρεμος και με χιούμορ, καθησυχαστικός, θα έλεγα, αλλά όταν πρέπει (όπως και στον τελικό), είμαι προσηλωμένος σε αυτό που κάνω. Συνεπώς, Γεράκι και Πάνος είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα.
Μέσα από το podcast σας με τίτλο «Χίλιες και μία λέξεις» πώς έχει αλλάξει η σχέση σας με τη γλώσσα;
Εχω εντρυφήσει σαφώς περισσότερο σε αυτήν. Εχω ανακαλύψει εκπληκτικές ετυμολογίες και ταξίδια των λέξεων διαμέσου των αιώνων και έχω κατανοήσει εμβριθέστερα τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε. Και κυρίως τη συνέδεσα παραπάνω με μένα τον ίδιο, κάτι που προσπαθώ να κάνω και με το podcast: να συνδέσω τη γλώσσα με τους ανθρώπους που τη μιλούν ή τη μαθαίνουν.
Υπάρχει λέξη που θεωρείτε ότι έχει «κακοποιηθεί» περισσότερο στον δημόσιο λόγο;
Υπάρχουν πολλές. Μία από αυτές είναι η λέξη «ενσυναίσθηση». Οι λέξεις έχουν νόημα, έχουν ψυχή. Δεν είναι άδεια σκεύη που απλώς κουβαλούν μια σημασία για τα μάτια του κόσμου. Οπότε, δεν μπορείς να μιλάς για ενσυναίσθηση, αν στην ουσία δεν νιώθεις ενσυναίσθηση αλλά απλώς την ευαγγελίζεσαι.
Ποια είναι η πιο συχνή παρανόηση που βλέπετε γύρω από την ελληνική γλώσσα;
Υπάρχουν διάφορες παρανοήσεις. Θα μιλήσω για μία που έχει να κάνει με την καθαρότητά της. Πολλοί οικτίρουν για τα πάμπολλα δάνεια της νεοελληνικής από γειτονικές χώρες και καλούν για μια εκκαθάριση από αυτά τα «άσχημα» στοιχεία. Η αλήθεια είναι ότι όλες αυτές οι γλώσσες εμπλούτισαν τη δική μας, όπως τα ελληνικά χάρισαν αμέτρητες λέξεις στις γλώσσες όλου του κόσμου. Καλό θα ήταν να μη χάνονται υπέροχες λέξεις των προγόνων μας και να αντικαθίστανται από τις νέες. Θα ήταν ωραίο αν συνυπήρχαν. Μα, σε τελική ανάλυση, ποιος μπορεί να μας πει ποια λέξη είναι αυθεντικά ελληνική και ποια όχι; Για παράδειγμα, τη λέξη «σπίτι» τη δανειστήκαμε από τα λατινικά, το «πιπέρι» από τα ινδικά και το «σεντόνι» από τα εβραϊκά. Κι όλα αυτά πριν από 2.000 χρόνια.
Τελικά, η απλοποίηση της γλώσσας οδηγεί και σε απλοποίηση της σκέψης;
Ξεκάθαρα! Κάθε απλοποίηση στην ορθογραφία, τη γραμματική και το λεξιλόγιο στενεύει τα όρια της γλώσσας. Σωρευτικά, οδηγεί σε λεξιπενία, σε ανικανότητα να εκφράσεις τα συναισθήματά σου, ακόμα και τα δικαιώματά σου. Επίσης, σε αδυναμία να συλλάβεις το πραγματικό νόημα των λόγων των άλλων, που μπορούν έτσι να σε εκμεταλλευτούν δημαγωγικά.
Αν έπρεπε να κρατήσετε μόνο μία λέξη για να περιγράψετε την εποχή μας, ποια θα ήταν αυτή;
Θα έλεγα τη λέξη «κλύδων», που σημαίνει θαλασσοταραχή, και φυσικά μάς δίνει το «κλυδωνίζομαι».
