Η Ουάσινγκτον μεταφέρει τη σύγκρουση με την Τεχεράνη από το στρατιωτικό στο οικονομικό πεδίο, απειλώντας με δευτερογενείς κυρώσεις όσους εξακολουθούν να αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο ή να διευκολύνουν τις συναλλαγές της χώρας. Το μεγάλο ερώτημα είναι αν ο Ντόναλντ Τραμπ και ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ θα επιχειρήσουν να κόψουν και τον σημαντικότερο οικονομικό «ομφάλιο λώρο» του Ιράν: την Κίνα.
Η αμερικανική κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει τις κυρώσεις κατά του Ιράν σε ένα νέο, πολύ ευρύτερο οικονομικό όπλο, με τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ να προειδοποιεί ότι η Ουάσινγκτον είναι έτοιμη να χτυπήσει όχι μόνο ιρανικές επιχειρήσεις, τράπεζες και πλοία, αλλά και όσους τρίτους εξακολουθούν να συναλλάσσονται με την Τεχεράνη.
Το σχέδιο, που παρουσιάστηκε αυτή την εβδομάδα ως «Operation Economic Outcast», αποτελεί την οικονομική διάσταση της νέας αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στο Ιράν. Στόχος είναι να περιοριστούν όσο γίνεται περισσότερο οι πηγές εσόδων της Τεχεράνης και να αποκοπεί η χώρα από το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ο Μπέσεντ μίλησε για μια «οικονομική επίθεση» στις χρηματοπιστωτικές διασυνδέσεις του Ιράν και προειδοποίησε ότι όποια οντότητα διευκολύνει το ξέπλυμα χρήματος ή την παράκαμψη των κυρώσεων κινδυνεύει να αποκλειστεί από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Παράλληλα, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε κυρώσεις σε δεκάδες εταιρίες, φυσικά πρόσωπα και πλοία.
Η νέα εκστρατεία δεν περιορίζεται πλέον στο πετρέλαιο. Στο στόχαστρο βρίσκονται πέντε κρίσιμοι τομείς της ιρανικής οικονομίας: τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, η τεχνολογία, ο χρυσός, η αεροπορία και η ναυτιλία. Πρόκειται για τομείς μέσω των οποίων η Τεχεράνη μπορεί να εξασφαλίζει συνάλλαγμα, να διατηρεί εμπορικές διασυνδέσεις και να παρακάμπτει τους περιορισμούς. Το πραγματικό όπλο, ωστόσο, είναι οι λεγόμενες δευτερογενείς κυρώσεις. Δηλαδή, η απειλή ότι αμερικανικές κυρώσεις θα επιβληθούν σε ξένες εταιρίες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που συνεχίζουν να αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο, να μεταφέρουν χρήματα ή να παρέχουν υπηρεσίες στην Τεχεράνη. Εδώ βρίσκεται και το μεγάλο πρόβλημα για την Ουάσινγκτον.
Η Κίνα αποτελεί μακράν τον σημαντικότερο αγοραστή του ιρανικού πετρελαίου. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται στα διαθέσιμα στοιχεία, απορροφά περίπου το 90% των ιρανικών εξαγωγών αργού. Χωρίς την κινεζική αγορά η προσπάθεια οικονομικού στραγγαλισμού του Ιράν θα ήταν πολύ πιο αποτελεσματική. Αντίστροφα, όμως, για να περιοριστούν πραγματικά οι πωλήσεις αυτές, οι ΗΠΑ θα πρέπει να αγγίξουν κινεζικές επιχειρήσεις, διυλιστήρια ή ακόμα και τράπεζες. Κι εκεί η οικονομική πίεση μετατρέπεται σε γεωπολιτικό ρίσκο.
Το Πεκίνο έχει καταστήσει σαφές ότι απορρίπτει τις μονομερείς αμερικανικές κυρώσεις και προειδοποιεί ότι θα λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να προστατεύσει τα συμφέροντά του. Παράλληλα, μικρά κινεζικά ιδιωτικά διυλιστήρια, τα λεγόμενα «teapots», έχουν αναπτύξει μηχανισμούς που τους επιτρέπουν να συνεχίζουν να προμηθεύονται ιρανικό αργό, χρησιμοποιώντας εναλλακτικές διαδρομές και τρόπους πληρωμής.
Για τον Τραμπ το δίλημμα είναι επομένως ξεκάθαρο. Αν οι ΗΠΑ δεν πιέσουν την Κίνα, η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων κατά του Ιράν θα παραμείνει περιορισμένη. Αν, όμως, επιβάλλουν κυρώσεις σε μεγάλες κινεζικές επιχειρήσεις ή τράπεζες, υπάρχει κίνδυνος να ανοίξει ένα νέο μέτωπο με το Πεκίνο, τη στιγμή που οι δύο χώρες προσπαθούν να διατηρήσουν μια εύθραυστη εμπορική εκεχειρία.
Ο ίδιος ο Μπέσεντ επιχείρησε να κρατήσει ανοιχτό αυτό το παράθυρο. Επανέλαβε ότι «κανείς δεν είναι πάνω από τις αμερικανικές κυρώσεις», αλλά απέφυγε να κατονομάσει συγκεκριμένες κινεζικές τράπεζες ή επιχειρήσεις και μίλησε για «ήσυχη διπλωματία». Η Ουάσινγκτον δίνει έτσι στις χώρες και τις επιχειρήσεις χρόνο να απομακρυνθούν από το Ιράν, προτού περάσει στην επόμενη φάση.
Το τελεσίγραφο είναι σαφές, αλλά η ημερομηνία εφαρμογής των πιο σκληρών μέτρων παραμένει αδιευκρίνιστη. Το κίνητρο είναι διπλό. Από τη μία, οι ΗΠΑ θέλουν να στερήσουν από το Ιράν τα έσοδα που χρηματοδοτούν το καθεστώς και τις στρατιωτικές του δυνατότητες. Από την άλλη, γνωρίζουν ότι μια απότομη οικονομική κλιμάκωση μπορεί να προκαλέσει παγκόσμιες αναταράξεις. Η εμπειρία της Ρωσίας λειτουργεί ως προειδοποίηση. Οι δυτικές κυρώσεις μετά την εισβολή στην Ουκρανία επέβαλαν σημαντικό κόστος στη Μόσχα, αλλά δεν κατέρρευσε η οικονομία της. Η Ρωσία ανακατεύθυνε μεγάλο μέρος του εμπορίου της προς την Κίνα, την Ινδία και άλλες αγορές. Το ίδιο μπορεί να επιχειρήσει και το Ιράν.
Οι πέντε «γραμμές ζωής» που μπαίνουν στο στόχαστρο
Η νέα αμερικανική εκστρατεία δεν περιορίζεται στην παραδοσιακή στόχευση του ιρανικού πετρελαίου. Η Ουάσινγκτον επιχειρεί να κλείσει όσο το δυνατόν περισσότερα κανάλια μέσω των οποίων η Τεχεράνη μπορεί να αποκτά συνάλλαγμα, να εισάγει τεχνολογία και να διατηρεί επαφή με το διεθνές οικονομικό σύστημα.
■ Πρώτος στόχος είναι τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία. Τα κρυπτονομίσματα και οι εναλλακτικές ψηφιακές πλατφόρμες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη μεταφορά κεφαλαίων έξω από τα παραδοσιακά τραπεζικά κανάλια. Για την Ουάσινγκτον ο περιορισμός αυτών των διαδρομών αποτελεί μέρος της προσπάθειας να μην υπάρχουν «διαρροές» στο σύστημα των κυρώσεων.
■ Δεύτερος είναι η τεχνολογία. Η αμερικανική στρατηγική επιχειρεί να εμποδίσει την πρόσβαση του Ιράν σε προϊόντα και υπηρεσίες που μπορούν να ενισχύσουν τόσο την οικονομία όσο και τις στρατιωτικές του δυνατότητες.
■ Τρίτος στόχος είναι ο χρυσός και τα πολύτιμα μέταλλα. Πρόκειται για έναν παραδοσιακό μηχανισμό μέσω του οποίου χώρες που βρίσκονται υπό κυρώσεις μπορούν να πραγματοποιούν συναλλαγές και να διατηρούν αποθέματα αξίας εκτός του δολαριακού συστήματος.
■ Τέταρτος είναι η αεροπορία. Οι περιορισμοί στον συγκεκριμένο κλάδο έχουν ευρύτερη σημασία, καθώς αφορούν τόσο την πρόσβαση σε εξοπλισμό και τεχνολογία όσο και τις διεθνείς μεταφορές.
■ Πέμπτος, και ίσως σημαντικότερος, είναι η ναυτιλία. Τα δεξαμενόπλοια, οι ασφαλιστικές εταιρίες, οι μεσίτες και οι εταιρίες διαχείρισης φορτίων αποτελούν κρίκους της αλυσίδας που επιτρέπει στο ιρανικό πετρέλαιο να φτάνει στις διεθνείς αγορές. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η σημασία του λεγόμενου «σκιώδους στόλου». Το Ιράν έχει επενδύσει εδώ και χρόνια σε εναλλακτικές διαδρομές, πλοία και μηχανισμούς μεταφοράς που επιτρέπουν την παράκαμψη των κυρώσεων. Η αμερικανική κυβέρνηση γνωρίζει ότι η απλή προσθήκη νέων ονομάτων σε έναν κατάλογο κυρώσεων δεν αρκεί.
Το ζητούμενο είναι να χτυπηθεί ολόκληρο το οικοσύστημα που μετατρέπει το ιρανικό πετρέλαιο σε έσοδα. Γι’ αυτό και το μήνυμα του Μπέσεντ απευθύνεται όχι μόνο στην Τεχεράνη, αλλά και σε τράπεζες, ναυτιλιακές, ασφαλιστικές, εμπόρους και κυβερνήσεις τρίτων χωρών. Το ερώτημα είναι εάν όλοι αυτοί θα επιλέξουν να εγκαταλείψουν την ιρανική αγορά ή εάν θα αναζητήσουν νέους τρόπους παράκαμψης των αμερικανικών περιορισμών. Σύμφωνα με το ημιεπίσημο πρακτορείο ειδήσεων Fars, η χώρα είχε έσοδα 7,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τις εξαγωγές πετρελαίου κατά τους πρώτους τέσσερις μήνες του έτους. Επικαλούμενο στοιχεία του ιρανικού υπουργείου Πετρελαίου, το πρακτορείο ανέφερε ότι το ποσό αυτό είναι 1,5 φορά υψηλότερο από τα έσοδα της αντίστοιχης περιόδου πέρσι και εκτίμησε ότι θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες της κυβέρνησης σε συνάλλαγμα για το υπόλοιπο του έτους.
