Είδαμε κι εμείς στο αγαπημένο μας θερινό σινεμά Ναταλί στη Θεσσαλονίκη (μαζί με το Ελληνίς) το βραβευμένο με Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών «Φιόρδ». Την ταινία η οποία παρουσιάζει την ιστορία μίας χριστιανικής οικογένειας που μετακόμισε από τη Ρουμανία στη Νορβηγία και, επειδή δύο από τα πέντε παιδιά τους εξομολογήθηκαν, στη διάρκεια «ανάκρισης» στο σχολείο, ότι ο πατέρας τους τα χτυπούσε καμιά φορά στον ποπό ή η μητέρα τους τα χαστούκιζε, το κράτος εισέβαλε στην οικογένεια και με απόφαση της τοπικής Πρόνοιας άρπαξε τα παιδιά και τα έδωσε, περιλαμβανομένου και του νεογέννητου μωρού που θήλαζε, σε ανάδοχες οικογένειες!
Πρόκειται για πραγματική ιστορία, η οποία σου δίνει την εντύπωση ότι περιστρέφεται γύρω από το θέμα της ενδοοικογενειακής βίας με θύμα τα παιδιά. Αλλά κατά τη διάρκεια αυτής αποκαλύπτεται από τις παγερές καθηγήτριες που πήραν την απόφαση ότι επρόκειτο για ρεβανσισμό οφειλόμενο στο γεγονός ότι τα παιδιά εκδήλωσαν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις μέσα στη σχολική ζωή.
Οι παραπομπές τους στη Βίβλο, στην οποία, σημειωτέον, ορκίζεται ο εκάστοτε πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, της πιο φιλελεύθερης δημοκρατίας στον κόσμο, υποτίθεται, ο σχολιασμός τους για τον σεξουαλικό προσανατολισμό σε ερωτήσεις για το τρίτο φύλο, ο προσδιορισμός του λάθους μέσα από την Αγία Γραφή ερέθισαν τους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι κάλεσαν τη «μέγαιρα» Πρόνοια, με συνέπεια την αφαίρεση της γονικής μέριμνας και την έναρξη μιας ψυχοφθόρας για την οικογένεια δικαστικής αντιδικίας, στην οποία αντιμετώπιζε ακόμα και τον κίνδυνο φυλάκισης.
Η ταινία αντιμετωπίζεται από πολλές κριτικές ως σύγκρουση πολιτισμών. Ως σύγκρουση του κράτους δικαίου μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας που επιβάλλει κανόνες για την προστασία των παιδιών με το «σκοταδιστικό» δόγμα που ευνοεί έναν άλλον τρόπο διαπαιδαγώγησης. Δεν είναι αληθές. Η ταινία δεν περιγράφει καμία σύγκρουση πολιτισμών. Περιγράφει την επίθεση που εξαπολύουν μειονότητες που έχουν καταλάβει θέσεις-κλειδιά στο κράτος, στο όνομα ενός επικίνδυνου για την κοινωνική συνοχή φιλελευθερισμού (που φλερτάρει με τον αριστερό φονταμενταλισμό) κατά του αμυνόμενου χριστιανισμού και της παραδοσιακής οικογένειας.
Είναι η καρδιά των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν σήμερα οι δυτικές κοινωνίες. Κι αν ενοχλεί την ημετέρα κριτική η ταινία αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι πρώτη φορά αποκαλύπτεται η αλήθεια, αλλά όχι με τρόπο μονομερή. Καθώς ο σκηνοθέτης κρατά αυστηρά ένα ζύγι στους διαλόγους σε όλη τη διάρκεια της ταινίας και η μόνη του παρέμβαση είναι να αποκαλύπτει το αυταρχικό κράτος των μειονοτήτων που διώκουν τις πλειονότητες μέσα από την παγωμένη έκφραση «ρομπότ» ψυχολόγων, καθηγητών, στελεχών της Πρόνοιας, δικηγόρων.
Το εύρημα του σκηνοθέτη είναι ο ειρηνικός τρόπος που αντιμετώπισε αυτή η πολύτεκνη οικογένεια τη βίαιη εισβολή του κράτους-πατερούλη στα εσωτερικά της και την αρπαγή των παιδιών της. Και ο πατέρας και η μητέρα αντιμετώπισαν με χριστιανική στωικότητα και χαμηλό προφίλ αυτήν την επίθεση. Δεν εξερράγησαν, δεν καθύβρισαν, δεν χειροδίκησαν κατά των κρατικών λειτουργών που τους εξαπέλυσαν θρησκευτική δίωξη. Αντιθέτως, έπαιξαν με τους κανόνες.
Ελευθερια
Κανόνες είναι η συμπεριφορά τους στο δικαστήριο. Είπαν την αλήθεια ακόμα και στις πιο άβολες ερωτήσεις. Κανόνες είναι πως έκαναν υπακοή στις υποδείξεις. Οταν είδαν τα παιδιά τους, δεν έπεσαν πάνω τους, αλλά τα άφησαν εκείνα να έρθουν στο μέρος τους. Κανόνες είναι η αξιοποίηση της ελευθερίας τού συνέρχεσθαι με συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας χριστιανικών οργανώσεων. Ενώ λοιπόν αυτοί οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν το μίσος, η απάντησήτους ήταν η εσωστρέφεια, η προσευχή στον Κύριο, η αναζήτηση ειρηνικής λύσης.
Αυτοί οι χριστιανοί αντιμετώπισαν τον κομμουνισμό. Ο πατέρας των παιδιών ήταν Ρουμάνος. Και αυτό που δεν κατάλαβε η δυτική δημοκρατία είναι το εξής: Αν δεν μπόρεσε επί 70 ολόκληρα χρόνια να εξαφανίσει και να ξεριζώσει από τις κοινωνίες τον χριστιανισμό ο κομμουνισμός, πώς είναι δυνατόν να πιστεύει πως θα κάμψει το φρόνιμά του μία στεγνή δημοκρατία; Η πίστη δεν παρασύρεται λοιπόν από το μίσος! Αυτό είναι ένα ισχυρό μήνυμα.
Το δεύτερο εύρημα της ταινίας είναι ότι οδηγεί τον θεατή να εξαγάγει τα συμπεράσματα του μέσα από ένα συγκλονιστικό debate διαλόγων για τα φιλελεύθερα ατομικά δικαιώματα, την κατάχρηση εξουσίας, τον ορισμό της βίας ανάλογα με το έδαφος, και τις συντηρητικές αξίες, για το ποιος βιάζει περισσότερο ποιον: Ενας πατέρας που χτυπά ελαφρά στον ποπό το παιδί του το οποίο υπεραγαπά, ή κάποιοι που επιχειρούν να βιάσουν τις αξίες μιας ολόκληρης κοινωνίας; Κάθε διάλογος στην ταινία αποτελεί και ένα ξεχωριστό μανιφέστο. Της μίας ή της άλλης πλευράς.
Το κράτος εμφανίζεται να ενδιαφέρεται περισσότερο για τα παιδιά απ’ ό,τι η ίδια η οικογένεια. Από την άλλη, φαίνεται ότι σε αυτές τις φιλελεύθερες δημοκρατίες τα δικαιώματα γίνονται σεβαστά, αρκεί, όπως λέει σ’ ένα σημείο κάποιος διάλογος, «να ανήκεις στη σωστή μειονότητα». Τα παιδιά μέσα σε μία σχολική αίθουσα μπορούν να διακηρύσσουν ελεύθερα τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό, αλλά απαγορεύεται να διακηρύξουν ελεύθερα τον θρησκευτικό τους προσανατολισμό. Πρόκειται για ένα κράτος που δίνει προβάδισμα στο άτομο και όχι στο πρόσωπο.
Ενα κράτος επίσης που για να παραστήσει το ουδέτερο διαλύει μία οικογένεια με το «έτσι θέλω» παραμονές Χριστουγέννων και εμφανίζει τη συνήγορο που έχει προσλάβει να αντιπαραθέτει στην εύλογη ανησυχία της για την απουσία των παιδιών τις άγιες μέρες τη φράση ότι «τα Χριστούγεννα δεν μετρούν στην υπόθεσή μας»! Ενα κράτος που ακούει με έκπληξη στο δικαστήριο τον πατέρα να αναγνωρίζει το λάθος του ότι δεν κατανόησε ότι η ξυλιά στον ποπό, το οποίο δεν θεωρείται βία στη ρουμανική κουλτούρα, θεωρείται βία στη νορβηγική και να λέει στον αντίδικο ότι «τα παιδιά πολλές φορές τα πληγώνουμε με τις λέξεις μας και με τις πράξεις μας και όχι με μια ξυλιά στον ποπό».
Καθεστηκυία διανόηση
Αυτό που πανικόβαλε, λοιπόν, την καθεστηκυία διανόηση είναι ότι έρχεται μια ταινία-γροθιά στο στομάχι, παρουσιάζει ισότιμα και τις δύο απόψεις για τις οποίες γίνεται debate στον δυτικό μας πολιτισμό και στο τέλος έκπληκτη διαπιστώνει ποια επικρατεί στη ζυγαριά. Δεν είναι η δική της. Η παραδοσιακή οικογένεια είναι, παρά την κρίση της, απείρως πιο ανθεκτικό πρότυπο.
Δύο καταληκτικές επισημάνσεις: Πρώτον, το «Φιόρδ» τελειώνει με ένα πικρό μήνυμα. Οι φιλελεύθερες δυτικές κοινωνίες δεν είναι τόσο ανεκτικές όσο φαίνονται. Η οικογένεια κατόπιν υποδείξεως παίρνει τα παιδιά και επιστρέφει στη Ρουμανία. Δεύτερον, ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος εμβαθύνει περισσότερο από τον αμερικανικό. Εχει λιγότερα εφέ και περισσότερη ουσία. Η Ευρώπη, επειδή δίνει έμφαση στη λεπτομέρεια, επικεντρώνεται στην ουσία, έστω κι αν καθυστερεί. Ενώ η Αμερική, στο άγχος της για γρήγορα αποτελέσματα, πλην εξαιρέσεων καμιά φορά, μειονεκτεί.

