Δραματική συρρίκνωση των γεννήσεων, συνεχής αναβολή της δημιουργίας οικογένειας και σημαντική μείωση των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας συνθέτουν το δημογραφικό αδιέξοδο της Ελλάδας. Νέα ανάλυση του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), την οποία υπογράφει ο καθηγητής Δημογραφίας και διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου, Βύρων Κοτζαμάνης, αποτυπώνει το μέγεθος της ανατροπής που έχει συντελεστεί μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες.
Οι γεννήσεις από 117.600 ετησίως κατά μέσο όρο το 2008-2009 περιορίστηκαν στις 65.000 το 2025-2026, καταγράφοντας πτώση 44%. Σε σύγκριση με το 1980, μάλιστα, η υποχώρηση φτάνει το 58%, τη μεγαλύτερη μεταξύ των χωρών της ΕΕ των 27, εάν εξαιρεθούν οι πρώην σοσιαλιστικές χώρες.
Λιγότερες γυναίκες, λιγότερα παιδιά και σε μεγαλύτερη ηλικία
Πίσω από την κατάρρευση βρίσκεται πρωτίστως η μείωση της γονιμότητας. Οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο περίπου δύο παιδιά, ενώ όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985 λιγότερα από 1,5.
Ταυτόχρονα, περιορίζεται δραστικά και ο πληθυσμός που βρίσκεται σε ηλικία δημιουργίας οικογένειας. Οι γυναίκες 25-44 ετών μειώθηκαν κατά 480.000 ή 28% μεταξύ 2008-2009 και 2025-2026. Βασική αιτία είναι ότι οι ολιγοπληθέστερες γενιές που γεννήθηκαν μετά το 1980 φτάνουν πλέον σε αναπαραγωγική ηλικία, ενώ επιπλέον επιβάρυνση προκάλεσε η μετανάστευση νέων μετά το 2010.
Παράλληλα, η μέση ηλικία απόκτησης παιδιού αυξήθηκε από περίπου 30,2 έτη το 2008 σε 32,3 το 2026. Σήμερα μόλις το 30% των γεννήσεων προέρχεται από γυναίκες κάτω των 30 ετών, έναντι 43% το 2008-2009 και 78% το 1980. Αντίθετα, το ποσοστό των γεννήσεων από μητέρες 40 ετών και άνω έφτασε περίπου στο 11,2%, από 4,5% το 2008-2009 και μόλις 1,8% το 1980.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι γεννήσεις αυξήθηκαν την τελευταία 17ετία μόνο στις ηλικίες 40-44 και 45-49 ετών, ενώ μειώθηκαν σε όλες τις υπόλοιπες ηλικιακές ομάδες.
Μία στις δέκα γεννήσεις με υποβοηθούμενη αναπαραγωγή
Η εικόνα της τεκνοποίησης έχει αλλάξει και σε άλλα επίπεδα. Ο δείκτης γονιμότητας υποχώρησε από περίπου 1.500 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 2008-2009 στα 1.240 το 2025-2026. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΙΔΕΜ, ένα στα δέκα παιδιά γεννιέται πλέον με υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, ενώ 63 στα 100 γεννιούνται με καισαρική και περίπου ένα στα επτά από αλλοδαπή μητέρα. Οι εκτός γάμου γεννήσεις έχουν επίσης υπερδιπλασιαστεί, από 7.400 σε 17.800.
Ο Βύρων Κοτζαμάνης συνδέει την ελληνική δημογραφική πορεία με ένα πλέγμα κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων: δυσκολίες σταθερής εργασιακής ένταξης, μειωμένα πραγματικά εισοδήματα, αυξημένο κόστος ανατροφής ενός παιδιού και, ιδιαίτερα μετά το 2020, οξυμένο στεγαστικό πρόβλημα στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Σε αυτά προστίθενται η μεγαλύτερη παραμονή στην εκπαίδευση, οι δυσκολίες συνδυασμού επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, οι έμφυλες ανισότητες και η μεταβολή του παραδοσιακού οικογενειακού μοντέλου. Παρόμοιες τάσεις καταγράφονται και σε άλλες ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές κοινωνίες, όμως η ένταση της πτώσης των γεννήσεων στην Ελλάδα την κατατάσσει μεταξύ των πλέον ακραίων περιπτώσεων.
