Στο 22,5% τον Μάρτιο (Eurostat). Στο 46,6% στους νέους κάτω των 25 ετών
Ρεπορτάζ
Αγγελική Μαρίνου
Στα επίπεδα-ρεκόρ του 22,5% βρίσκεται η ανεργία στην Ελλάδα τον Μάρτιο και παραμένει η υψηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ενωση, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (Eurostat). Πάντως, στην ευρωζώνη η ανεργία παρέμεινε σταθερή τον Μάιο (έναντι του Απριλίου) στο 9,3% και στην Ε.Ε. των 28 στο 7,8%.
Η διατήρησή της ανεργίας σε επίπεδα υπερδιπλάσια του ευρωπαϊκού μέσου όρου μαρτυρά ότι η ανεργία στη χώρα μας είναι πλέον δομικού χαρακτήρα, καθώς οφείλεται κατά κύριο λόγο στην οικονομική κρίση της τελευταίας επταετίας. Αν, μάλιστα, οι δείκτες ανεργίας προσμετρούσαν και τις ομάδες του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας που εργάζονται παρά τη θέλησή τους με μερική απασχόληση ή που έχουν αποσυρθεί από την αγορά εργασίας καθώς δεν βρίσκουν δουλειά, το ποσοστό θα ήταν πολύ μεγαλύτερο. Συνολικά τον Μάιο καταγράφονται 19.110.000 άνεργοι στην Ε.Ε. και 15.030.000 άνεργοι στην ευρωζώνη. Και ενώ υπάρχει τάση αποκλιμάκωσης της ανεργίας πανευρωπαϊκά, η χώρα μας αναδεικνύεται αρνητικός «πρωταγωνιστής» στην Ε.Ε. με ποσοστό 22,5% και ακολουθεί η Ισπανία με 17,7%. Τα χαμηλότερα ποσοστά σημειώνονται στην Τσεχία (3%) και τη Γερμανία (3,9%).
Ειδικότερα στην Ελλάδα, ο αριθμός των ανέργων τον Μάρτιο διαμορφώθηκε σε 1.068.000 άτομα, εκ των οποίων το 19,1% είναι άντρες και το 19,1% γυναίκες. Στους νέους (κάτω των 25 ετών) η ανεργία εκτοξεύτηκε στο 46,6% τον Μάρτιο, ποσοστό-ρεκόρ στην Ε.Ε., όπου ο μέσος όρος ήταν στο 16,9%. Ακολουθούν με υψηλά ποσοστά στους νέους ανέργους η Ισπανία με 38,6% και η Ιταλία με 37%. Το χαμηλότερο ποσοστό καταγράφεται στη Γερμανία με 6,7%.
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, σημειώθηκε αύξηση της απασχόλησης το 2016 στη χώρα μας, που οφείλεται κυρίως στην ανάπτυξη ορισμένων κλάδων της ελληνικής οικονομίας, όπως, για παράδειγμα, του τουρισμού και της μεταποίησης. Στην αύξηση της απασχόλησης, σύμφωνα με την ΤτΕ, συνετέλεσαν επίσης οι μεταρρυθμίσεις που έλαβαν χώρα τα προηγούμενα έτη, οι οποίες βελτίωσαν την ευελιξία και την κινητικότητα στην αγορά εργασίας, ενώ διατήρησαν το κόστος εργασίας σε χαμηλά επίπεδα.
Ωστόσο, παραμένει δύσκολη η εύρεση θέσεων πλήρους απασχόλησης, ενώ κυριαρχούν οι θέσεις part time στους κλάδους του εμπορίου και των υπηρεσιών τουρισμού, στη γεωργία και την εκπαίδευση.

