Αυξημένο ήταν το πρώτο τρίμηνο του 2017 το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων, με σχεδόν ένα στα δύο δάνεια να είναι «κόκκινα».
Πολύ υψηλά ποσοστά μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων παρατηρούνται στους κλάδους της εστίασης (79,9%), των αγροτικών δραστηριοτήτων (58,7%), των τηλεπικοινωνιών, της πληροφορικής και της ενημέρωσης (68%), της μεταποίησης (47%) και των κατασκευών (54,8%), ενώ τα χαμηλότερα ποσοστά παρατηρούνται ενδεικτικά στους κλάδους της ενέργειας (5%), της δημόσιας διοίκησης (0,6%) και των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων (26,4%).
Αυξητική τάση
Το στοιχείο που προβληματίζει ιδιαίτερα είναι ότι το 52,3% των μη εξυπηρετούμενων δανείων που εμπίπτουν στην κατηγορία καθυστέρησης μεγαλύτερης των 90 ημερών έχει καθυστέρηση μεγαλύτερη των 720 ημερών, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στο τέλος του 2015 ανερχόταν σε 28,7%. Μάλιστα, η εν λόγω αυξητική τάση έχει σταθεροποιηθεί από το β’ εξάμηνο του 2016.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η ανοδική τάση των μη εξυπηρετούμενων δανείων οφείλεται στη μείωση του συνολικού υπολοίπου των δανείων, αλλά και στην αυξημένη αβεβαιότητα από την παράταση των διαπραγματεύσεων σχετικά με τη δεύτερη αξιολόγηση του 3ου Μνημονίου. Εντονότερα επηρεάστηκε το χαρτοφυλάκιο των στεγαστικών δανείων. Η ΤτΕ επισημαίνει πως η αποτελεσματική διαχείριση του υψηλού αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων αποτελεί μία από τις σημαντικές προκλήσεις για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

