Οι χώρες των δυτικών Βαλκανίων δεν θα καταφέρουν να τηρήσουν την προθεσμία του 2030 για την ολοκλήρωση του κεντρικού ευρωπαϊκού δικτύου μεταφορών στην περιοχή εξαιτίας καθυστερήσεων στην υλοποίηση έργων και επιχειρησιακών δυσκολιών και σοβαρών «σκιών» όσον αφορά τα ποσά που καταβάλλονται -πολλές φορές «πολύ μεγαλύτερα» από τα απαιτούμενα- για την εκτέλεσή τους. Αυτό προκύπτει από νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ) που επισημαίνει, σύμφωνα με πληροφορίες, ότι την πρόοδο επιβραδύνουν η επιλογή μη ώριμων έργων, όπως και οι αδυναμίες στην εποπτεία.
- Κων/νος Σ. Μαργαρίτης
Τα έργα που ελέγχθηκαν μπορεί να ανταποκρίνονταν στις προτεραιότητες της συνδεσιμότητας, ωστόσο η παρακολούθηση, η παρουσίαση στοιχείων και η προβολή της στήριξης της Ε.Ε. είναι ανεπαρκείς, οι καθυστερήσεις συνεχείς και τα προβλήματα με τη βιωσιμότητα επίμονα. Στις χώρες αυτές, η Ε.Ε. στηρίζει τους τομείς των μεταφορών, της ενέργειας και όχι μόνο μέσω του επενδυτικού πλαισίου για τα δυτικά Βαλκάνια (Western Balkans Investment Framework, WBIF), μιας πλατφόρμας για την ανάπτυξη, την επιλογή και τη χρηματοδότηση στρατηγικών επενδυτικών έργων.
Ως ο βασικότερος χρηματοδότης του WBIF, από το 2015 και μέχρι τα μέσα του 2025, η Επιτροπή έχει καταβάλει 527 εκατ. ευρώ για έργα μεταφορών, με σκοπό την αντιμετώπιση της υπανάπτυξης των υποδομών στην περιοχή και τη σύνδεσή τους με το κεντρικό ευρωπαϊκό δίκτυο μεταφορών. Το ΕΕΣ διαπίστωσε αδυναμίες στην επιλογή των έργων, συγκεκριμένα από την άποψη της ωριμότητάς τους, γεγονός που είχε ως συνέπεια σημαντικές καθυστερήσεις στην υλοποίησή τους.
Ενα έργο είναι ώριμο, δηλαδή έτοιμο για υλοποίηση, όταν έχουν ολοκληρωθεί και επικαιροποιηθεί όλες οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες. Τα έργα, ωστόσο, ξεκινούσαν κατά κανόνα με 17μηνη καθυστέρηση. Επιπλέον, κατά την υλοποίησή τους, πολλά από αυτά σημείωναν καθυστερήσεις άνω της διετίας.
Οι δυνατότητες της Επιτροπής να επιβάλει την έγκαιρη υλοποίηση είναι ελάχιστες, καθώς δεν διαθέτει αποτελεσματικές διαδικασίες για την παρακολούθηση των καθυστερήσεων, όπως και για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας και της προβολής της ενωσιακής στήριξης. Για παράδειγμα, δεν συγκέντρωνε πληροφορίες σχετικά με τον βαθμό ολοκλήρωσης των διαδρόμων μεταφορών που χρηματοδοτούσε, ούτε σχετικά με το κατά πόσον τα δίκτυα αυτά συμμορφώνονταν με τα ενωσιακά πρότυπα.
Για την εποπτεία των έργων βασιζόταν στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, παρά το γεγονός ότι, μερικές φορές, οι σχετικές εργασίες τους δεν διακρίνονταν για την επάρκειά τους. Ετσι, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ποσά που κατέβαλε ήταν πολύ μεγαλύτερα από ό,τι θα δικαιολογούσε η πραγματική πρόοδος των έργων.
Επίσης, δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που οι επιχορηγήσεις από το WBIF -που κανονικά εγγυώνται ενωσιακή αξία και μόχλευση- δεν ήταν καθοριστικές για την εξασφάλιση χρηματοδότησης, καθώς οι δανειακές συμβάσεις είχαν υπογραφεί ήδη πριν από την υποβολή των αιτήσεων επιχορήγησης. Προέκυπτε έτσι φαινόμενο μη αποδοτικής δαπάνης, καθώς η επένδυση θα είχε προχωρήσει και χωρίς την επιχορήγηση. Παράλληλα, οι περισσότερες εκτιμήσεις κόστους στις αιτήσεις επιχορήγησης δεν είναι αναλυτικές, γεγονός που δεν επιτρέπει να αξιολογηθεί εύκολα αν είναι εύλογες.
Το ΕΕΣ θέτει ερωτηματικά και ως προς τη βιωσιμότητα αρκετών έργων λόγω, για παράδειγμα, έλλειψης πόρων για τη συνέχιση των επενδύσεων ή ανεπαρκούς συντήρησής τους. Σε ένα έργο, οι σιδηροδρομικές συνθήκες κατά τον χρόνο του ελέγχου ήταν χειρότερες από ό,τι πριν από την έναρξη του έργου. Σε ένα άλλο, μια σήραγγα δεν συνδεόταν με δρόμο. Σε ένα τρίτο, η σιδηροδρομική γραμμή σταματούσε στα σύνορα. «Οταν μιλάμε για διεύρυνση της Ε.Ε., οι σωστές υποδομές είναι ένα ακόμα βήμα προς την εκπλήρωση των κριτηρίων ένταξης. Τα έργα μεταφορών στα δυτικά Βαλκάνια προχωράνε υπερβολικά αργά για να επιτευχθεί η σύνδεση της περιοχής με την Ε.Ε. εντός της τρέχουσας δεκαετίας» δήλωσε η κ. Laima Andrikienė, μέλος του ΕΕΣ και υπεύθυνη για την έκθεση αναφορικά με τις χώρες (Αλβανία, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Κόσοβο, Μαυροβούνιο, Σκόπια και Σερβία) που βρίσκονται στο επίκεντρο της πολιτικής διεύρυνσης της Ε.Ε. Η μεγαλύτερη χρηματοδότηση προέρχεται από την Επιτροπή, που από το 2015 έχει συνεισφέρει στον λογαριασμό του ταμείου 899 εκατ. ευρώ ή το 86% του συνόλου για την υποστήριξη έξι τομέων, μεταξύ των οποίων και εκείνου των μεταφορών.

