Η πρόσφατη απόφαση της ΔΕΗ να παύσει τη λειτουργία του υποκαταστήματος συναλλαγών στον Αλμυρό Μαγνησίας αποτελεί ακόμα έναν κρίκο σε μια αλυσίδα εξελίξεων που τα τελευταία χρόνια μεταβάλλουν σταδιακά την καθημερινότητα της ελληνικής περιφέρειας.
Αντώνης Μάριος Παπαγιώτης*
Είχαν προηγηθεί η κατάργηση της τοπικής ΔΟΥ και η μεταφορά των αρμοδιοτήτων της στη Νέα Ιωνία Βόλου, καθώς και το κλείσιμο του καταστήματος των ΕΛ.ΤΑ., με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να αναγκάζονται πλέον να απευθύνονται στον Βόλο ή ακόμη και στη Λαμία για υπηρεσίες που μέχρι πρότινος παρέχονταν στην πόλη τους. Καθεμία από αυτές τις αποφάσεις μπορεί να ερμηνευτεί με όρους οργανωτικής αποτελεσματικότητας και εξορθολογισμού των δομών. Η ψυχολογική τους επίπτωση, όμως, δύσκολα αποτυπώνεται σε έναν ισολογισμό ή στους δείκτες οικονομικής αποδοτικότητας. Στο σύνολό τους οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν την ψυχολογία της κοινότητας και την εμπιστοσύνη των κατοίκων στις προοπτικές του τόπου τους. Ο Αλμυρός, ως ο δεύτερος μεγαλύτερος δήμος της Μαγνησίας σε πληθυσμό και ένας από τους μεγαλύτερους της χώρας σε γεωγραφική έκταση, αποτελεί διοικητικό, οικονομικό και κοινωνικό σημείο αναφοράς για δεκάδες οικισμούς της ευρύτερης ζώνης. Σε έναν δήμο με αυτά τα χαρακτηριστικά η σταδιακή αποδυνάμωση των λειτουργιών του περιορίζει το αίσθημα συλλογικής αποτελεσματικότητας και κλονίζει την εμπιστοσύνη των κατοίκων ότι η τοπική κοινωνία μπορεί να διατηρήσει μια σταθερή, δημιουργική και μακροπρόθεσμη πορεία.
Η δυνατότητα να σχεδιάζει κανείς το μέλλον του, να αναπτύσσει κοινωνικούς δεσμούς, να εργάζεται, να συναλλάσσεται και να συμμετέχει ενεργά στη ζωή της κοινότητας καλλιεργεί το αίσθημα του ανήκειν. Οι δημόσιες υπηρεσίες, η αγορά, οι χώροι συνάντησης, τα σχολεία συναποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο εδραιώνεται αυτός ο δεσμός. Οταν οι πυλώνες της καθημερινότητας αποδυναμώνονται, μεταβάλλεται ο τρόπος με τον οποίο οι κάτοικοι βιώνουν την καθημερινή ζωή, επηρεάζεται η εικόνα που σχηματίζουν για τον τόπο τους και δυσχεραίνεται η διατήρηση μιας συλλογικής αισιοδοξίας για την πορεία της κοινότητας.
Κάθε απόφαση και κάθε μεταβολή λειτουργούν ως μήνυμα για την κατεύθυνση προς την οποία κινείται ένας τόπος. Οταν οι κάτοικοι παρατηρούν επί σειρά ετών ότι επαγγελματικές δραστηριότητες και βασικές λειτουργίες μεταφέρονται ή καταργούνται, τα επιμέρους γεγονότα παύουν να αξιολογούνται αυτοτελώς και αποκτούν σωρευτική σημασία. Σταδιακά παγιώνεται η αντίληψη ότι οι διαθέσιμες ευκαιρίες περιορίζονται. Η αντίληψη αυτή επηρεάζει τις προσωπικές επιλογές, μειώνει τη συλλογική φιλοδοξία και λειτουργεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, καθώς κάθε νέα αποχώρηση ανθρώπων ή δραστηριοτήτων μοιάζει να επιβεβαιώνει την προηγούμενη.
Η επίδραση αυτής της πορείας γίνεται εξίσου αισθητή στην τοπική αγορά. Η μείωση του διαθέσιμου οικογενειακού εισοδήματος περιορίζει την κατανάλωση, ενώ η συνεχώς αυξανόμενη διείσδυση του ηλεκτρονικού εμπορίου μεταφέρει ολοένα μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας εκτός των μικρών πόλεων. Κάθε επιχείρηση που αναστέλλει τη λειτουργία της αφαιρεί ένα σημείο καθημερινής ανθρώπινης αλληλεπίδρασης. Οι ευκαιρίες συνάντησης μειώνονται, τα δίκτυα επικοινωνίας εξασθενούν και φθίνει το πλέγμα αμοιβαιότητας που συγκροτεί το κοινωνικό κεφάλαιο. Η αγορά αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους χώρους κοινωνικής συνεύρεσης, όπου οικοδομούνται σχέσεις εμπιστοσύνης, συνεργασίας και αλληλεγγύης. Η υποχώρησή της επιβαρύνει την οικονομική ζωή, αποδυναμώνει τη συνοχή και μειώνει την ικανότητα του κοινωνικού ιστού να ανταποκρίνεται στις μελλοντικές προκλήσεις.
Στον αντίποδα, η αναδιάρθρωση της εργασίας και οι αλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης δημιουργούν νέες δυνατότητες για την ελληνική περιφέρεια. Η ευρεία διάδοση της τηλεργασίας επιτρέπει σε ολοένα περισσότερους επαγγελματίες να αποσυνδέουν τον τόπο κατοικίας τους από τον χώρο απασχόλησης, ενώ η στεγαστική κρίση και το αυξημένο κόστος ζωής στα μεγάλα αστικά κέντρα οδηγούν πολλούς ανθρώπους να επανεξετάζουν τις επιλογές τους. Στη νέα αυτή πραγματικότητα, η περιφέρεια αναδεικνύει χαρακτηριστικά που αποκτούν διαρκώς μεγαλύτερη αξία: υψηλότερη ποιότητα ζωής, ισχυρότερους κοινωνικούς δεσμούς, μικρότερες αποστάσεις μετακίνησης, στενότερη επαφή με το φυσικό περιβάλλον και ευνοϊκότερη ισορροπία ανάμεσα στην προσωπική και την επαγγελματική ζωή. Η αποκέντρωση μπορεί, πλέον, να αποτελέσει συνειδητή επιλογή για όσους αναζητούν σταθερότητα, λειτουργικότητα και ένα διαφορετικό πρότυπο καθημερινής διαβίωσης.
Η συζήτηση, επομένως, υπερβαίνει τη διατήρηση μιας δημόσιας υπηρεσίας ή τη λειτουργία ενός τοπικού καταστήματος. Αγγίζει το πρότυπο ανάπτυξης που επιλέγουμε για την ελληνική περιφέρεια και, τελικά, το είδος των κοινοτήτων μέσα στις οποίες επιθυμούμε να ζήσουμε. Η διαφύλαξη της ζωτικότητας της περιφέρειας συνιστά επένδυση στην ψυχική ευημερία, στην κοινωνική συνοχή και τη μακροχρόνια ανθεκτικότητα της ελληνικής κοινωνίας. Από τον Αλμυρό Μαγνησίας έως κάθε γωνιά της χώρας το πραγματικό διακύβευμα αφορά την ύπαρξη ζωντανών κοινοτήτων που προσφέρουν στους ανθρώπους επαρκείς λόγους να οραματίζονται, να δημιουργούν και να ριζώνουν στον τόπο που (επιλέγουν να) αποκαλούν πατρίδα.
*Ψυχολόγος
