Η 19η Μαΐου αποτελεί για τον ελληνισμό την επίσημη Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, όπως καθιερώθηκε από την ελληνική πολιτεία το 1994. Η ημερομηνία αυτή παραπέμπει στα τραγικά, μαζικά και φονικά γεγονότα των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, τα οποία οδήγησαν στη φυσική εξόντωση, τον αφανισμό και τον ξεριζωμό εκατοντάδων χιλιάδων Ποντίων από τις πατρογονικές τους εστίες.
Η συστηματική μελέτη των πηγών και η αξιοποίηση μαρτυριών από νεότερους ιστορικούς –Ελλάς και εξωτερικού, συμπεριλαμβανομένων και Τούρκων ερευνητών– έχουν προσφέρει πλούσια επιστημονική τεκμηρίωση. Έγκριτοι επιστήμονες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι διωγμοί, οι εκτοπίσεις και οι βιαιότητες δεν ήταν τυχαία περιστατικά εμπόλεμων περιόδων, αλλά αποτέλεσμα ενός προσχεδιασμένου και μεθοδευμένου σχεδίου της εθνικιστικής ελίτ των Νεότουρκων και μετέπειτα του Μουσταφά Κεμάλ, με στόχο την εθνοκάθαρση των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής.
Το ιστορικό υπόβαθρο και οι φάσεις των διωγμών
Η ανάδυση του τουρκικού εθνικισμού στην πολυεθνική Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτέλεσε το έναυσμα για τις διώξεις, με σημείο καμπής την επικράτηση του κινήματος των Νεότουρκων το 1908 στη Θεσσαλονίκη. Στο συνέδριο του Κομιτάτου «Ένωση και Πρόοδος» το 1911, αποκρυσταλλώθηκε το δόγμα «Η Τουρκία στους Τούρκους», θέτοντας στο στόχαστρο τις χριστιανικές μειονότητες, οι οποίες αντιμετωπίζονταν ως «εσωτερικό καρκίνωμα».
Σύμφωνα με τους ιστορικούς, η γενοκτονική διαδικασία εξελίχθηκε σε δύο μεγάλες φάσεις:
• Η πρώτη φάση (1916-1917): Επικεντρώθηκε κυρίως στον δυτικό Πόντο (Σαμψούντα, Μπάφρα). Με το πρόσχημα των στρατιωτικών αναγκών λόγω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οργανώθηκαν εξαντλητικές πορείες θανάτου προς την ενδοχώρα, όπου γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι έχασαν τη ζωή τους από το κρύο, την πείνα και τις κακουχίες, ενώ οι άνδρες εξοντώθηκαν στα διαβόητα τάγματα εργασίας («αμελέ ταμπουρού»).
• Η δεύτερη φάση (1919-1922): Ξεκινά με την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα στις 19 Μαΐου 1919. Παρά την επίσημη εντολή για ειρήνευση της περιοχής, ο Κεμάλ συμμάχησε με τον διαβόητο αρχηγό παρακρατικών μουσουλμανικών συμμοριών, Τοπάλ Οσμάν, εξασφαλίζοντάς του πλήρη ασυλία. Η δράση των ατάκτων οδήγησε σε νέο κύμα σφαγών και λεηλασιών, το οποίο κορυφώθηκε έως την τελική Μικρασιατική Καταστροφή και την Ανταλλαγή Πληθυσμών με τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923.
Ο απολογισμός σε αριθμούς
Ο ακριβής προσδιορισμός των θυμάτων παραμένει δύσκολος, ωστόσο οι ιστορικές εκτιμήσεις αποτυπώνουν το μέγεθος της καταστροφής. Πριν από την έναρξη των διωγμών, ο ελληνικός πληθυσμός σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία ανερχόταν σε περίπου 2 έως 2,2 εκατομμύρια, εκ των οποίων οι 450.000 κατοικούσαν στον Πόντο. Με βάση την επίσημη απογραφή του 1928, στην Ελλάδα καταγράφηκαν 1,2 εκατομμύρια πρόσφυγες. Υπολογίζεται ότι οι Έλληνες που έχασαν τη ζωή τους ή αγνοείται η τύχη τους κατά την περίοδο 1914-1922 αγγίζουν τις 700.000 με 800.000 σε όλη την έκταση της αυτοκρατορίας.
Από την πλευρά του, το σύγχρονο τουρκικό κράτος αρνείται κατηγορηματικά τον όρο «γενοκτονία» –ο οποίος εντάχθηκε στο διεθνές δίκαιο το 1948 από τον Ράφαελ Λέμκιν– προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η Τουρκική Δημοκρατία ιδρύθηκε μετά το πέρας των γεγονότων. Ωστόσο, οι αναλυτές επισημαίνουν την οργανική σχέση του σύγχρονου τουρκικού κράτους με τους πρωταίτιους των διωγμών, καθώς εκείνοι αποτέλεσαν τους ιδρυτικούς του πυλώνες.