Καταπέλτης κατά της κυβέρνησης και του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Ευάγγελος Βενιζέλος, όσον αφορά το κράτος δικαίου, την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής και την απαξία των θεσμών.
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος κατά τη διάρκεια συζήτησης, στο πλαίσιο του ετήσιου συνεδρίου «Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας» που συνδιοργάνωσαν ο Κύκλος Ιδεών και το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, εστίασε με ιδιαίτερη ένταση στην κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στους θεσμούς, στη λειτουργία της Δικαιοσύνης και στην επικίνδυνη αλλοίωση του πολιτικού πολιτισμού.
Αναφερόμενος στη συζήτηση γύρω από τη Δικαιοσύνη και την περιβόητη «τοξικότητα», ο κ. Βενιζέλος ξεκαθάρισε ότι το πρόβλημα στην Ελλάδα λαμβάνει βαθύτερες διαστάσεις. Ενώ διεθνώς η δικαστική εξουσία παράγει πολιτικά αποτελέσματα, στην ελληνική πραγματικότητα το ζήτημα συνδέεται άμεσα με την αίσθηση μιας πρωτοφανούς μονοκυριαρχίας. Οπως δήλωσε χαρακτηριστικά, το πρόβλημα πηγάζει από την αίσθηση υπερσυγκέντρωσης εξουσίας, «όχι απλώς σε ένα κόμμα αλλά σε ένα πρόσωπο», γεγονός το οποίο, όπως υπογράμμισε, «αλλοιώνει τον πολιτικό πολιτισμό της χώρας».
Παράλληλα, ο κ. Βενιζέλος καυτηρίασε τη λογική με την οποία η κυβέρνηση επιλέγει να διαχειρίζεται τις κρίσιμες καταστάσεις. Στρεφόμενος κατά του προσωποκεντρικού μοντέλου διακυβέρνησης του Μαξίμου, τόνισε ότι «δεν πρέπει να καλλιεργείται μια αλαζονική και ανιστόρητη αντίληψη σύμφωνα με την οποία όλα κρίνονται από ένα πρόσωπο που θα σηκώσει το τηλέφωνο». Μάλιστα, έθεσε με νόημα το ερώτημα: «Ποιον θα πάρει τηλέφωνο ο Ελληνας πρωθυπουργός; Ποιο θα είναι το πρώτο δικό του τηλεφώνημα σε περίπτωση κρίσης;»
Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε ο κ. Βενιζέλος στο πεδίο της λειτουργίας των θεσμών, κάνοντας λόγο για μια «καταθλιπτική» εικόνα, καθώς οι πολίτες δεν πείθονται ότι οι μηχανισμοί του κράτους εγγυώνται την ισονομία. Σχολιάζοντας τις σκιές που αφήνουν ανοιχτές υποθέσεις όπως οι υποκλοπές, η τραγωδία των Τεμπών και ο ΟΠΕΚΕΠΕ, υπογράμμισε με έμφαση: «Η κοινωνία πρέπει να πείθεται ότι κινείται μία διαδικασία, ένας θεσμικός μηχανισμός και, όπως φαίνεται, δεν πείθεται κανείς».