Κυνική ομολογία από Τσακαλώτο και Αχτσιόγλου για τη μεγάλη σφαγή που έρχεται
Η επιβάρυνση φτάνει κατά μέσο όρο τα 2.000 ευρώ με βάση τη δέσμευση στην τρόικα για περικοπές 1,8 δισ.
«Κλείδωσε» και το αφορολόγητο στα 5.900 ευρώ, ενώ τα (κουτσουρεμένα) αντίμετρα δεν έχουν διασφαλιστεί
Και ο ανάλγητος Στουρνάρας ζητεί αύξηση ορίων ηλικίας πάνω από τα 67 έτη
Διαβάστε παρακάτω ολόκληρο το άρθρο
Η Θέση μας: ΑΜΑΡΤΩΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΜΚΟ
Διαβάστε online την «δημοκρατία» ,εδώ
Διαβάστε επίσης:
►Απίστευτο σκάνδαλο! 2.500.000 δολάρια χάρισε η Ντόρα σε ΜΚΟ της Καραϊβικής!
►Αστείες δικαιολογίες της κυβέρνησης για το «δώρο» σε Μπόμπολα
►Από κόσκινο 1.270.000 φορολογούμενοι
►«Από λάθος στο σύστημα πήρα 13η σύνταξη»
►«Μισόλογα» από Γιάννο (με χρονοκαθυστέρηση) για την προανακριτική!
►Η χαρά της Μέρκελ που είδε τον Σαμαρά

Η επιβάρυνση φτάνει τα 2.000 € τον χρόνο για τον στόχο των 1,8 δισ.

Ακόμα και δύο συντάξεις τον χρόνο μπορεί να χάσουν κατά μέσο όρο οι συνταξιούχοι που θα πληγούν από το βαρύ πακέτο πρόσθετων μέτρων ύψους 2% του ΑΕΠ (3,6 δισ. ευρώ) για την περίοδο μετά το 2018, όπως προκύπτει από τη χθεσινή κυνική ομολογία των υπουργών Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου και Εργασίας Εφης Αχτσιόγλου κατά την ενημέρωση βουλευτών των Ανεξάρτητων Ελλήνων (ΑΝ.ΕΛ.).
Μάλιστα, το νέο «τσεκούρι» στις συντάξεις αναμένεται να πλήξει συνταξιούχους με άθροισμα κύριας και επικουρικής σύνταξης αισθητά χαμηλότερο των 1.000 ευρώ, ενώ από τον τελευταίο γύρο περικοπών είχαν εξαιρεθεί όσοι λαμβάνουν αθροιστικά λιγότερα από 1.300 ευρώ καθαρά.
Αν προστεθεί δε η επιβάρυνση που θα προκληθεί από τη δραστική μείωση του αφορολόγητου ορίου στην περιοχή των 5.900 ευρώ, τότε αντιλαμβάνεται κανείς ότι το διπλό χτύπημα που θα υποστούν σταδιακά από το 2019 εκατοντάδες χιλιάδες απόμαχοι της εργασίας θα είναι αδυσώπητο.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι δύο υπουργοί ανέφεραν χθες στους βουλευτές των ΑΝ.ΕΛ. ότι δίνεται μάχη για να ισχύσουν οι περικοπές συντάξεων από το 2020, αντί του 2019, αλλά ομολόγησαν πως θα θιγούν από τις νέες μειώσεις 900.000 συνταξιούχοι επί συνόλου 2.500.000 (ποσοστό περίπου 36%).
Με δεδομένο ότι επιδιώκεται να εξοικονομηθούν, 1,8 δισ. ευρώ από την ασφαλιστική δαπάνη, συνάγεται ότι 900.000 συνταξιούχοι θα χάσουν μεσοσταθμικά 2.000 ευρώ σε ετήσια βάση.
Το αφορολόγητο
Ο τελικός λογαριασμός θα είναι ακόμα βαρύτερος εξαιτίας του «κουρέματος» του αφορολόγητου ορίου. Κατά τις χθεσινές πληροφορίες, ο κ. Τσακαλώτος παραδέχτηκε πως το αφορολόγητο θα μειωθεί από τα 8.636 ευρώ στα 5.900-6.000 ευρώ. Σαν να μην έφτανε αυτό, άφησε να φανεί ότι η κατακρήμνιση του αφορολογήτου δεν θα συνοδευτεί από μείωση του πρώτου φορολογικού συντελεστή από το 22% στο 20%, καθώς ο υπουργός Οικονομικών συμπεριέλαβε τη μείωση του εν λόγω συντελεστή στα «αντίμετρα». Συνεπώς, η… ελεύθερη πτώση του αφορολογήτου θα επιβληθεί από το 2019, αλλά η μικρή «ανάσα» από τη μείωση του πρώτου συντελεστή θα έλθει από το 2020 και μόνο εφόσον ξεπεραστεί ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ, ο οποίος θα διατηρηθεί για τουλάχιστον τρία χρόνια μετά το 2018.
Ως προς τα εργασιακά, η κυβέρνηση θα αρκεστεί στην υπόσχεση για επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων μετά το τέλος του προγράμματος, ενώ σχετικά με τα ενεργειακά έχει αποδεχτεί ότι θα πουληθούν δύο λιγνιτικά εργοστάσια της ΔΕΗ και το 17% της επιχείρησης μέσω του ΤΑΙΠΕΔ.
Θα μείνουν «ψίχουλα» από τη δόση των 7 δισ.
Περί τα 7 δισ. ευρώ θα λάβει η Ελλάδα ως επόμενη δανειακή δόση μόλις ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση του 3ου Μνημονίου, όπως ανέφερε χθες ο πρόεδρος του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ μιλώντας σε Ολλανδούς βουλευτές στη Χάγη. Ωστόσο, τα χρήματα αυτά ουσιαστικά με το που θα μπουν στα κρατικά ταμεία θα βγουν και δεν θα μείνει… φράγκο για την πραγματική οικονομία, καθώς μέσα στον Ιούλιο συσσωρεύονται χρηματοδοτικές υποχρεώσεις ύψους 6,26 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για το άθροισμα μιας δόσης προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και μιας σειράς από λήξεις ομολόγων που βρίσκονται στα χαρτοφυλάκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), των εθνικών κεντρικών τραπεζών της ευρωζώνης, αλλά και ιδιωτών επενδυτών (από το ομόλογο που εκδόθηκε επί κυβέρνησης Σαμαρά τον Ιούλιο του 2014).
Ούτε ανάσα
Για άλλη μια φορά, οι δανειστές φροντίζουν να μη λάβει η χώρα μας χρηματοδοτική ανάσα, αλλά ίσα ίσα όσα χρήματα χρειάζεται για να αποπληρωθούν οι υποχρεώσεις της Ελλάδας έναντι των ίδιων των πιστωτών της!
Μάλιστα, ενώ φαινομενικά αυξάνουν τη δανειακή δόση που αντιστοιχεί στη δεύτερη αξιολόγηση από τα 6,1 στα 7 δισ. ευρώ, στην πραγματικότητα δίνουν 600.000.000 ευρώ λιγότερα απ’ ό,τι προέβλεπε το 3ο Μνημόνιο, καθώς μέχρι τώρα θα έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί και η τρίτη αξιολόγηση και να είχαν εκταμιευθεί άλλα 1,5 δισ. ευρώ, δηλαδή συνολικά 7,6 δισ. ευρώ.
Σοκ! Αύξηση των ορίων άνω των 67 ετών πρότεινε ο Στουρνάρας

Νέα αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης πάνω από τα 67 έτη πρότεινε χθες ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας σε συνέδριο του Economist, ενώ έφτασε στο σημείο να υποστηρίξει ότι υπάρχουν «γενναιόδωρες» συντάξεις στην Ελλάδα, παρά τις 13 περικοπές της τελευταίας επταετίας!
Ο κ. Στουρνάρας δεν δίστασε να κάνει λόγο για ανάγκη «αναπροσαρμογών» σε ορισμένες συντάξεις που θεωρούνται υψηλές με βάση τα ελληνικά και τα διεθνή δεδομένα, ενώ πρότεινε περαιτέρω παράταση του εργασιακού βίου (πέραν των 67 ετών) και αύξηση της απασχολησιμότητας των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας, προκειμένου να καταστεί βιώσιμο το εγχώριο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Επιπλέον, έδειξε ότι ζει σε άλλον κόσμο, αφού σύστησε στους πολίτες να επενδύσουν τις προσωπικές αποταμιεύσεις τους (!) σε συνταξιοδοτικά προγράμματα ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιριών, προκειμένου να απολαύσουν οικονομική ασφάλεια μετά τη συνταξιοδότηση.
Ο διοικητής της ΤτΕ ανέφερε ότι οι «ενέσεις» από τον Κρατικό Προϋπολογισμό προς τα ασφαλιστικά ταμεία – ΕΦΚΑ αναμένεται να φτάσουν το 9,9% του ΑΕΠ το 2017 (που ισοδυναμεί με περισσότερο από το ένα τρίτο των δαπανών του Τακτικού Προϋπολογισμού), χωρίς να έχουν υπολογιστεί οι εκκρεμείς συντάξεις ούτε η χαμηλή εισπραξιμότητα του ΕΦΚΑ, όπως παραδέχεται. Επανέλαβε δε τη θέση του υπέρ ενός συστήματος επαγγελματικής ασφάλισης, το οποίο όμως με βάση την ισχύουσα νομοθεσία «είναι ιδιαίτερα επαχθές οικονομικά ακόμη και για τους μεγαλύτερους εργοδότες, πόσο μάλλον για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις».

